Κυ. Μαρ 29th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Προς βολευτικούς δημιοκράτες το ανάγνωσμα

Γράφει ο Δημήτριος Ρωμανός 

Η βασική αρχαιοελληνική πολιτική κοσμοθέασις μέσα από τον πασίγνωστο διάλογο μεταξύ Σόλωνος και Κροίσου.

Η ιδεολογία της πόλης-κράτους στην αρχαϊκή εποχή

Ο διάλογος μεταξύ Σόλωνα και Κροίσου στο πρώτο βιβλίο των «Ιστοριών» του Ηροδότου μας δίνει την αφορμή να αναφερθούμε στα βασικά χαρακτηριστικά της αρχαίας ελληνικής κοσμοθέασης. Οι ιδεολογικές τοποθετήσεις του Αθηναίου νομοθέτη απέναντι στον βασιλιά των Λυδών Κροίσο αποτυπώνουν τα πιστεύω των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με τις κοινωνικές τους αξίες, τις σχέσεις θεών και ανθρώπων, τον πλούτο και την απληστία, τη δικαιοσύνη, τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση. Σε συνδυασμό με δύο ποιήματα του ίδιου του Σόλωνα, ένα του Τυρταίου και ένα Αλκαίου θα ανασυνθέσουμε αυτές τις αντιλήψεις, οι οποίες μορφοποιούνται οριστικά την Αρχαϊκή εποχή, σαρώνοντάς τις ταυτόχρονα μέσα από το πρίσμα της Ηροδοτείου ηθικής. Αρχικά, θα αναφερθούμε στην ιδεολογία της πόλης-κράτους, έπειτα θα τη συνδέσουμε με τη σκέψη και το έργο του Σόλωνα, όπως διαφαίνεται τόσο μέσα από τα ποιήματά του όσο και μέσα από την αφήγηση του Ηροδότου, συσχετίζοντας την όμως με την ηροδότεια κοσμοαντίληψη.

Η περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από τα μέσα του ογδόου αιώνα π.Χ έως το 480 π.Χ αποτελεί σημαντική καμπή. Είναι τα χρόνια της αρχαϊκής εποχής, στην οποία διαμορφώνεται ουσιαστικά ο χαρακτήρας της πόλης-κράτους που θα κυριαρχήσει και κατά τους κλασικούς χρόνους. Εκείνη την περίοδο λαμβάνει χώρα ο δεύτερος ελληνικός αποικισμός. Η ανάπτυξη του κεφαλαίου με το εμπόριο και τη ναυτιλία επέφερε σοβαρές μεταβολές στην οικονομική και πολιτική ζωή των πόλεων-κρατών. Από τους εμπόρους, τους βιοτέχνες και τους ναυτικούς δημιουργήθηκε μία ισχυρή μεσαία τάξη που ανταγωνίζονταν τους αριστοκράτες γαιοκτήμονες. Παράλληλα, η θέση τους ισχυροποιήθηκε με τη μεταβολή που επήλθε στη στρατιωτική τακτική και τον οπλισμό. Πρόκειται για την «οπλιτική φάλαγγα» που αποτελούνταν από βαριά οπλισμένους πολίτες. Παράλληλα ο θεσμός της βασιλείας είχε ήδη εξασθενήσει σε μεγάλο βαθμό, παραχωρώντας τη θέση της στην αριστοκρατία. Με τη σειρά της η αριστοκρατία αντιμετώπιζε την ανερχόμενη ελίτ του πλούτου, την οποία αναφέραμε πιο πάνω, που διεκδικούσε μερίδιο από την πολιτική εξουσία.

Η εσωτερική αναταραχή έδωσε τη δυνατότητα σε ορισμένους να καταλάβουν την εξουσία, εγκαθιστώντας με αυτόν τον τρόπο Τυραννικό πολίτευμα. Στα Αρχαϊκά έτη πολλές πόλεις έχουν τυραννικό καθεστώς. Αυτό το στηλιτεύουν αρκετοί, όπως επίσης κατακρίνουν τον πλούτο. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και ο ποιητής Αλκαίος από τη Μυτιλήνη με τα λεγόμενα και «στασιωτικά» του ποιήματα. Το ακόλουθο ποίημα του είναι χαρακτηριστικό: Ούτε σπίτια καλόχτιστα […] μον’ άντρες της χρειάζονται παραστάτες της να’ ναι χεροδύναμοι.

Την ίδια εποχή το ιδεώδες του ηρωισμού μετατέθηκε από τη λατρεία των ηρώων και την αφοσίωση στους ευγενείς υπερασπιστές των πόλεων στην αυτοθυσία των οπλιτών της φάλαγγας, οι οποίοι αναλαμβάνουν πλέον το κύριο βάρος της άμυνας. Ήταν η συμμετοχή του δήμου των πολιτών, τόσο στη διοίκηση όσο και στη δικαιοσύνη, εκείνη που οδήγησε στην οπλιτική επανάσταση. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε τη σύνδεση ηρωισμού και πατριωτισμού που παραπέμπει ευθέως στον ωραίο θάνατο των ομηρικών ηρώων και της υστεροφημίας που εξασφαλίζεται με αυτόν. Αυτό γίνεται αντιληπτό σε ορισμένους ποιητές της Λυρικής ποίησης, οι οποίοι συνεχίζουν την παράδοση. Επομένως διαπιστώνουμε τη συνέχεια του ομηρικού πνεύματος, ακόμη και υπό τις νεοδιαμορφωθείσες συνθήκες. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το απόσπασμα από τον Τυρταίο, ο οποίος επιχειρεί να πυρπολήσει τις καρδιές των συμπολιτών του με πατριωτική φλόγα, υποσχόμενος μεταθανάτια τιμή και δόξα σε εκείνον που θα πέσει στο πεδίο της μάχης: Και πάλι όποιος ανάμεσα στους πρώτους ξεψυχήσει, καμάρι της πατρίδας του και των γονιών τιμή, κι η δόξα δεν ξεγράφεται.

Ταυτόχρονα, με τη διάδοση των Ομηρικών επών, παραμερίζονται οι παλιές συνήθειες και λατρείες. Μάλιστα, η λατρεία των θεών του Ολύμπου αναγνωρίσθηκε από τις πόλεις. Οι άνθρωποι κατανόησαν την ανωτερότητα των θεών και την απόσταση που τους χωρίζει από εκείνους. Η αντίληψη αυτή γίνεται πιο φανερή μέσα από διάφορα αποφθέγματα όπως: «Μηδέν άγαν», «Γνώθι σαυτόν», «Παν μέτρον άριστον» και άλλα. Περισσότερο θα επεκταθούμε εξετάζοντας την ανάπτυξη της Σολώνειας ιδεολογίας στα αποσπάσματα από τον Ηρόδοτο.

Η σκέψη και το έργο του Σόλωνα

Την ίδια εποχή, και συγκεκριμένα κατά το δεύτερο μισό του 7ου και το πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ ζει ο Σόλωνας ο Αθηναίος. Είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος μεταξύ των Αθηναίων γιατί τους ενέπνευσε πατριωτικό ενθουσιασμό με ένα ποίημα του ώστε να επανακατακτήσουν τη Σαλαμίνα από τους Μεγαρείς. Ο ίδιος ήταν έμπορος, επομένως ανήκε στη νέα αστική τάξη που διεκδικούσε μερίδιο στην εξουσία. Γύρω στα 594 τον κάλεσαν οι Αθηναίοι να νομοθετήσει με σκοπό να σταματήσει τον εσωτερικό αλληλοσπαραγμό. Οι νόμοι του ήταν για την εποχή καινοτόμοι και επέφεραν προσωρινή ηρεμία.

Εκτός από έμπορος και νομοθέτης ήταν και ελεγειακός ποιητής. Με τα ποιήματά του προσπαθεί να δικαιολογήσει το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα. Στην ποίησή του αντιλαμβανόμαστε τον πρακτικό πολιτικό νου. Επιπρόσθετα, ξεδιπλώνει τη σοφία του μιλώντας για το άδηλον του τέλους της ανθρώπινης ζωής: Το τέλος δεν είναι γνωστό, αποστρεφόμενος τα υπερβολικά πλούτη: Πολλοί κακοί είναι πλούσιοι, καλοί είναι στερημένοι, δίνοντας έμφαση στην τιμή του ανδρός: γιατί η τιμή σαν κτήμα μας παντοτινό μας μένει. Μάλιστα, προχωρεί σε ένα σχεδιάγραμμα της ανθρώπινης ζωής με οροφή τα εβδομήντα έτη, χωρισμένα σε δέκα επταετίες: Μέσα στα πρώτα εφτά χρόνια […] τη δέκατη σαν κλείσει, στο τέρμα φθάνοντας. Βασικά ο Σόλωνας αποδοκιμάζει τον πλούτο που αποκτήθηκε με άδικα και άτιμα μέσα και θεωρεί ότι αυτό αποτελεί ύβριν έναντι των θεών, η οποία κάποια στιγμή θα τιμωρηθεί.

Ο Σόλωνας στον Ηρόδοτο, τώρα, παρουσιάζεται να συνομιλεί με τον βασιλιά Κροίσο, ξεδιπλώνοντας τη σκέψη του, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα το απαύγασμα της ελληνικής βιοθεωρίας. Η συζήτησή τους παρουσιάζεται μέσω ενός ιδιαίτερου σχήματος του ηροδότειου λόγου που ονομάζεται «νουβέλλα» . Πρόκειται για ένα είδος παραδειγματικού λόγου, μέσα στον οποίο εμφιλοχωρούν διάφορες αντιλήψεις, δοξασίες και νοοτροπίες. Με αυτόν τον παραστατικό τρόπο ο Ηρόδοτος διαλέγει να παρουσιάσει τις απόψεις των συνομιλητών ή και τις δικές του, ώστε αφενός μεν να επιτύχει να γίνει πιο ελκυστική η ιστορία του, αφετέρου δε να περάσει τα μηνύματά του.

Ο διάλογος των δύο συνομιλητών και η κατάληξή του αντανακλά τη γενικότερη ιδεολογική αντιπαράθεση μεταξύ του ελληνικού σκέπτεσθαι και του ανατολικού. Ο Σόλωνας, ερωτηθείς από τον Λυδό βασιλιά για το ποιος είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο απαντά με τα ελληνικά μέτρα και σταθμά. Αυτά συνοψίζονται στην ευνομούμενη πολιτεία: Ο Τέλλος ζούσε σε μια ευτυχισμένη πολιτεία, στην σωστή οικογένεια: είχε αποκτήσει καλά και άξια παιδιά, στην ευπορία (όχι στον υπέρμετρο πλούτο): Ο Τέλλος ήταν ευκατάστατος άνθρωπος, στη σωματική άσκηση και την απόκτηση ρώμης από αυτή: πολύ δυνατοί στο σώμα και είχαν νικήσει σε αθλητικούς αγώνες, στην πολεμική ανδρεία που χαρίζει ένδοξο θάνατο: Ο Τέλλος έπεσε πολεμώντας γενναία, καθώς και στον ευτυχισμένο θάνατο: Αλλά είχαν και ωραίο θάνατο. Ειδικά ο καλός και έντιμος θάνατος αποτελεί την κορυφαία προϋπόθεση ώστε να θεωρηθεί ένας θνητός ευτυχής. Η ουσία της ανθρώπινης ευτυχίας θα πρέπει να επισφραγίζεται με ένα αίσιο τέλος του ανθρωπίνου βίου. Πριν από αυτό, ουδείς δικαιούται να κατατάξει τον εαυτό του στο πάνθεον εκείνων που διήγαν ευδαίμονα βίο. Φυσικά, θα πρέπει να διαθέτει κάποιος και την ανάλογη τύχη για να τερματίσει τη ζωή του καλά: αν η τύχη δεν του είναι πιστή, ώστε να έχει και καλό τέλος.

Έπειτα, ο Σόλωνας, ανταπαντώντας στον οργισμένο Κροίσο του αναλύει το σχεδιάγραμμα του ανθρωπίνου βίου –το οποίο αναφέραμε πιο πάνω- εκπεφρασμένο αυτή τη φορά σε ημέρες, τονίζοντας του ότι καμμία δεν μοιάζει με την άλλη: ούτε μία δεν μας φέρνει το ίδιο πράγμα που μας φέρνει η άλλη και πως η ζωή είναι αβέβαιη και γεμάτη ανατροπές: η ζωή του ανθρώπου είναι μια συνέχεια από αβεβαιότητες. Αυτό το πράττει για να υποστηρίξει το ιδεολόγημα της ανθρώπινης ευδαιμονίας, η οποία δεν κατοχυρώνεται και δεν είναι σίγουρη. Πιστοποιείται, δε, με τον ωραίο θάνατο.

Ο Κροίσος, από την άλλη, εξανίσταται: Ώστε τη δική μου ευδαιμονία, φιλοξενούμενε Αθηναίε, την θεωρείς μηδαμινή; Ο ίδιος διακρίνει δύο στοιχεία ως επαρκή και αναγκαία για την ύπαρξη της ευτυχίας, τα οποία συνίστανται στον πλούτο και τη δύναμη της βασιλικής εξουσίας. Αυτά τα θεωρεί ως ικανές και αναγκαίες συνθήκες για τη διασφάλιση του ευδαιμονισμού. Η προσήλωσή του στα υλικά αγαθά και το ευτυχισμένο παρόν του στερεί τη δυνατότητα να σκεφθεί το τι μέλλει γενέσθαι την επόμενη μέρα. Θεωρεί ότι η μακαριότητά του θα τον συνοδεύει εσαεί. Έτσι διώχνει τον Σόλωνα, ο οποίος περιφρονούσε τα πλούτη, θεωρώντας τον ανόητο: τον έδιωξε θεωρώντας τον πολύ ανόητο, αφού παραμέριζε τα παρόντα αγαθά. Κάποια στιγμή θα διαπιστώσει το πόσο έσφαλλε και θα θυμηθεί τα λεγόμενα του Αθηναίου σοφού, αλλά αυτό θα συμβεί αρκετά μετά.

Η κοσμοαντίληψη του Ηροδότου

Εξετάζοντας την αιτιολόγηση του έργου τού «Πατέρα της Ιστορίας» -σύμφωνα με τον Κικέρωνα-, όπως μας την παρουσιάζει ο ίδιος, βλέπουμε ότι ξεκινά από την ιστορία του λυδικού βασιλείου μέχρι την εποχή του Κροίσου, τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για την αντιπαράθεση Ελλήνων και Βαρβάρων: εκείνον που ο ίδιος ξέρω ότι πρώτος άρχισε τα άδικα έργα στους Έλληνες. Παράλληλα, μας πληροφορεί ότι θα ενδοσκοπήσει στα ενδότερα της ανθρώπινης ευδαιμονίας, την οποία δεν θεωρεί δεδομένη: την ανθρώπινη λοιπόν ευδαιμονία ξέροντάς την, πως δεν στέκει αμετακίνητη, αλλά εξαρτημένη από τη θεία βούληση, όπως θα δούμε πιο κάτω.

Αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν δυνατόν να συμπέσουν χρονολογικά η επίσκεψη του Σόλωνα στη Λυδία και η άνοδος στο θρόνο της του Κροίσου, εντούτοις αυτή θεωρείται ως μία οικονομία της ηροδότειας αφήγησης στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης των δύο κόσμων, του ελληνικού και της ανατολής. Η επίσκεψη του Σόλωνα εντάσσεται στη γενικότερη παράδοση της επίσκεψης των διαφόρων σοφών της εποχής σε βασιλικά ανάκτορα και πλάθεται έτσι ώστε να αντανακλά τις σκέψεις του ιστορικού, πέρα από τις συγκρουσιακές αντιλήψεις Ελλάδας και Ανατολής. Είναι αλήθεια ότι η υπερβολική χλιδή και οι ανέσεις είναι ίδιον χαρακτηριστικό γνώρισμα της τρυφηλής ζωής στην πλούσια Ανατολή. Αντιθέτως οι Έλληνες χαρακτηρίζονται για την ευστροφία τους, την ευρηματικότητα τους, τη μαχητικότητα τους και τη συνεχή επαγρύπνηση στην οποία βρίσκονται. Όλα αυτά είναι απότοκα της άγονης γης στην οποία κατοικούν και η οποία τους αναγκάζει να σκέφτονται διαρκώς τρόπους για να επιβιώσουν.

Επιπρόσθετα, ο ιστορικός, μέσω του Σόλωνα, εξηγεί για ποιο λόγο δεν μπορεί ένας βαθύπλουτος να θεωρηθεί αποκλειστικά ευτυχισμένος: πολλοί βαθύπλουτοι δεν είναι ευτυχισμένοι, ενώ πολλοί με μέτρια περιουσία ζουν ευτυχισμένοι, με το ακόλουθο σκεπτικό στο απόσπασμα 32.6: Ο πολύ πλούσιος, σε δύο μόνον πράγματα υπερέχει από τον ευτυχή, ενώ ο ευτυχής υπερέχει σε πολλά από τον πλούσιο δυστυχή: ο πλούσιος μπορεί […] είναι ο ίδιος ωραίος. Δηλαδή, ο πλούσιος υπερέχει στο γεγονός ότι μπορεί να ικανοποιεί τις επιθυμίες του και να αντέξει σε πιθανή συμφορά. Από την άλλη, όμως, εκείνος ο οποίος λογίζεται ως ευτυχής αλλά δεν διαθέτει πλούτη, μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις περισσότερες υλικές επιθυμίες του και να υποφέρει από μελλοντικά δεινά, αλλά το άστρο της ευτυχίας του, τελικά, τον απαλύνει από το βάρος αυτών ώστε να τα αποφύγει. Κατά συνέπεια, τα πλούτη δεν οδηγούν υποχρεωτικά στην ευδαιμονία. Ίσως να χρειάζεται και μία δόση τύχης, πέρα από τη θεϊκή εύνοια, η οποία και αυτή δεν είναι δεδομένη πάντοτε.

Περνάμε, τώρα, στις σχέσεις των ανθρώπων με το θείο. Οτιδήποτε παραβιάζει τη φυσική και την ηθική τάξη, το αποδίδει ο Ηρόδοτος στον φθόνο των θεών: οι θεοί φθονούν την ευτυχία των θνητών και την ταράσσουν. Οι θεοί είναι προστάτες της τάξης, διαφορετικά δεν θα υπήρχε ο κόσμος. Ο άνθρωπος, αναγκαστικά, υποτάσσεται στις επιθυμίες τους και απολαμβάνει μεριδιακή ευτυχία . Σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να φθάσει στην απόλυτη ευτυχία. Εκείνη είναι προνόμιο μόνον για τους θεούς. Οποιαδήποτε απόπειρα αποκτήσεως της από έναν κοινό θνητό αποτελεί την κόκκινη γραμμή για τους θεούς και επιφέρει σκληρή τιμωρία. Το μοναδικό που μπορούν να ελπίζουν οι άνθρωποι είναι η ανταλλαγή των αγαθών μεταξύ τους με σκοπό να καλύψουν τις ελλείψεις τους και να βελτιώσουν τη θέση τους. Η απόκτηση πλούτου δεν αποκλείεται αλλά δεν είναι ποτέ απόλυτη. Πάντοτε θα υπάρχουν ανεπάρκειες και ανάγκες για την κάλυψη αυτών. Άλλωστε, ή ίδια η ατέλεια της ανθρώπινης υπάρξεως δεν της δίνει το δικαίωμα να ολοκληρώσει την ευτυχία της επί της γης. Μάλιστα, τελικός κριτής ώστε να θεωρηθεί για κάποιον εάν τελεσίδικα υπερίσχυσε σε εκείνον το κομμάτι της μεριδιακής ευτυχίας στον οποίο αναλογούσε έναντι της δυστυχίας του, είναι ο θάνατος, όπως πολύ εύστοχα το θέτει ο Σόλωνας.

Συμπεράσματα

Οι αξίες της πόλης-κράτους διαμορφώθηκαν κατά τα αρχαϊκά χρόνια. Εξάλλου, η ελληνική συναντίληψη της κλασικής εποχής διαμορφώθηκε εκείνη την περίοδο. Εστιαζόταν στη λιτή και απέριττη ζωή, στην εκγύμναση του σώματος, στη διαρκή εγρήγορση, στο σεβασμό και τον εξευμενισμό των θεών, στην τήρηση της τάξης και του μέτρου, με την ταυτόχρονη αποφυγή παντός είδους υπερβάσεων. Κατά συνέπεια, ήταν διαμετρικά αντίθετη προς την ανατολική άποψη της συσσώρευσης υλικού πλούτου και της καλοπέρασης. Εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται η ηροδότεια θεολόγια, η οποία εντάσσει όλους τους ανθρώπους, Έλληνες και βάρβαρους, υπό κοινή μοίρα έναντι των θεών. Η έφεση των εξ ανατολών βαρβάρων στην υπερβολή, όταν γίνονται έρμαια των παθών τους, διαταράσσει την κοινή ανθρωπολογική βάση, θέτοντάς τους ταυτόχρονα απέναντι των Ελλήνων. Με βάση αυτή την παραδοχή, ο Αλικαρνασσεύς ιστορικός μάς μεταφέρει στο λυδικό ανάκτορο, το οποίο έχει επισκεφθεί ο Σόλωνας. Εκεί ο σοφός Αθηναίος θα συναντηθεί με τον Κροίσο, όπου στη μεταξύ τους συζήτηση θα αναλύσει την πρέπουσα στάση ζωής, σύμφωνα με το ελληνικό πρότυπο. Στην ουσία, ο Σόλωνας λειτουργεί ως το ηροδότειο αντίβαρο απέναντι στην αλαζονεία του πλούτου και της εξουσίας, προσωποποιώντας, παράλληλα την ανθρώπινη σοφία του μέτρου και της σύνεσης μπροστά στο άδηλον μέλλον: Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Claude Mosse Annie Schnapp – Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, Μετάφραση Λύντια Στεφάνου, Εκδόσεις Παπαδήμα, ΑΘΗΝΑ, 2002. 
2. Ε. Αλεξίου, Ι Αναστασίου, Β. Βερτουδάκης, Μ.Ι Γιόση, Δ. Λυπουρλής, Θ.Κ Στεφανόπουλος, Α. Τσακμάκης, Μ. Χριστόπουλος, Γράμματα Ι: Αρχαία Ελληνική και Βυζαντινή Φιλολογία, Τόμος Α’ Αρχαϊκή και Κλασική περίοδος, Εκδόσεις Ε.Α.Π, ΠΑΤΡΑ, 2001.
3. Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Μετάφραση Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2003.
4. Δ.Ν. Μαρωνίτης, «Θεοδικία και ανθρωποδικία στον Ηρόδοτο», στο: Metis. Anthropologie des mondes grecs anciens, 9-10 (1994).

Φωτογραφία: Πίνακας του Gerard Van Nondhorst εικονίζοντας τους Σόλωνα και Κροίσο

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail