Κυ. Ιούν 7th, 2020

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Η τριπλή σφαγή των κατοίκων του Δοξάτου Δράμας από τον Βουλγαρικό στρατό.

Ομαδικοί τάφοι

 


«Σταματά ο νους μου. Τραγικωτέρας σκηνάς δεν δύναται να φαντασθή ο νους του ανθρώπου».

«1.500 γυναικόπαιδα εσφάγησαν∙ όπου επεράσαμεν, δεν εβλέπαμεν τίποτε άλλο παρά κεφαλάς και πόδια παιδιών, γυναικών και ανδρών.
Εις την οικίαν του ιερέως όταν εισήλθομεν, ευρέθην προ φρικώδους θεάματος∙ ο ιερεύς κομμένος εις δύο και κρεμασμένος εις τον τοίχον! Επίσης και η σύζυγός του με βγαλμένα τα μάτια και όλα τα παιδιά του κατακρεουργημένα κατά τον πλέον φρικώδη τρόπον. Πλην των άλλων απήγαγον και 150 κορίτσια του χωριού. Αφού εισήλθομεν εις το χωρίον, όσοι ήσαν ζωντανοί, χωσμένοι εις υπόγεια ή άλλα μέρη εξήρχοντο γυμνοί και τρελλοί φωνάζοντες εκδίκησιν κατά των εντοπίων Τούρκων και Βουλγάρων».

Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο Κύπριος εθελοντής, Μιχαλάκης Γεωργιάδης στην επιστολή που έστειλε στον αδερφό του, τη σφαγή στο χωριό Δοξάτο της Δράμας. Ήταν 30 Ιουνίου 1913 όταν τα βουλγαρικά στρατεύματα μπήκαν στο χωριό Δοξάτο και έσφαξαν συνολικά 650 κατοίκους. Μετά τις θηριωδίες σε βάρος του άμαχου πληθυσμού έλουσαν με πετρέλαιο τα σπίτια και πυρπόλησαν το χωριό. Συνολικά έκαψαν 250 σπίτια και 80 καταστήματα και το όμορφο Δοξάτο της Δράμας που φημιζόταν για τα πλούτη του μετατράπηκε σε κολαστήριο.

Κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου το 1912 το χωριό Δοξάτο και η περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους, οι οποίοι έδιωξαν τους Έλληνες διοικητές του χωριού.

Ο ελληνικός στρατός φτάνει στην καμένη πόλη και συναντά τις θηριωδίες του βουλγαρικού στρατού.

Την επόμενη χρονιά διεξήχθη ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος και ο ελληνικός στρατός με αρχιστράτηγο τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’ ανέλαβε να ελευθερώσει τις περιοχές της Μακεδονίας που ήταν υπό βουλγαρική κατοχή. Αφού κατέλαβε αρχικά την Καβάλα και τις Σέρρες συνέχισε με επιτυχία την προέλαση του προς τη Δράμα. Τα ελληνικά στρατεύματα ανάγκασαν τους Βούλγαρους σε υποχώρηση.

 



Πριν εγκαταλείψουν την περιοχή της Δράμας, πραγματοποιήθηκε ανταλλαγή πυρών μεταξύ Ελλήνων ανταρτών και των Βουλγάρων στρατιωτών. Τότε, οι δεύτεροι προφασιζόμενοι τους πυροβολισμούς επιτέθηκαν στο χωριό Δοξάτο.

30 Ιουνίου 1913. Εκείνο το πρωί πολλοί κάτοικοι είχαν πάει στην εκκλησία για να προσευχηθούν για την γιορτή των Αγίων Αποστόλων. Οι Βούλγαροι κύκλωσαν έφιπποι το χωριό και όρμησαν στους ανυπεράσπιστους κατοίκους. Ανάμεσα στους αμάχους ήταν γέροι, γυναίκες και παιδιά. Η δολοφονική τους δράση δεν είχε όρια.

 Και μόλις οι κάτοικοι βγήκαν έντρομοι από τα σπίτια και κυρίως από την γεμάτη εκκλησιά, διακόπτοντας την θεία λειτουργία, άρχισαν να τους καταδιώκουν, σφάζοντας αγρίως, χωρίς διακρίσεις, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στη συνέχεια, επιδόθηκαν στο πλιάτσικο και κατόπιν έριξαν πετρέλαιο και πυρπόλησαν τα σπίτια.

Ο απολογισμός ήταν τραγικός: Κατέσφαξαν ανηλεώς 650 κατοίκους (το 45% των 1.500) και πυρπόλησαν, αφού τα λεηλάτησαν, 240 κατοικίες, 80 καταστήματα και 10 καπνομάγαζα. Εκτός των σφαγών, υπήρξαν πάμπολλοι βιασμοί κοριτσιών. Όπως μαρτυρεί ο Ρώσος δημοσιογράφος Βλαδίμηρος Ταρδόφ, απεσταλμένος της εφημερίδας Ούτρο Ροσσίγιε, οι Βούλγαροι στρατιώτες έσφαζαν πρώτα τους άνδρες και μετά οδηγούσαν γυναίκες και κορίτσια στα δωμάτια όπου προέβαιναν σε κτηνώδεις βιασμούς. Είδε γυναίκες να ουρλιάζουν μπροστά στα λογχισμένα παιδιά τους, δύο ιερείς κατεσφάγησαν επειδή προστάτευαν το ποίμνιο τους κι ένα πανέμορφο κοριτσάκι, αιμόφυρτο, μισολιπόθυμο από τους κτηνώδεις βιασμούς, δίπλα στα νεκρά σώματα των γονιών της. «Παντού οι οφθαλμοί μου έβλεπαν τη φρίκη και μας έπνιγε απαίσια οσμή… Ησθάνθην αίσχος, διότι αι θηριωδίαι αύται διεπράχθησαν υπό Σλάβων».

Ένα από τα κορίτσια που μαρτύρησε στα χέρια των κτηνάνθρωπων βιαστών της, ήταν και η 14χρονη  Αικατερίνη Ναλμπάντη. Μπροστά της κατέσφαξαν τον πατέρα της.

Πριν από μήνες, είχαν πιέσει τον πατέρα της να πολιτογραφηθεί Βούλγαρος, αλλά εκείνος αρνιόταν. Τώρα, τον τρομοκράτησαν και τον απείλησαν, αλλά εκείνος δεν απαρνήθηκε την ελληνικότητά του. Αφού τον βασάνισαν αγρίως, τον σκότωσαν, μπροστά στα μάτια των επτά παιδιών του, ηλικίας 3-14 ετών, χωρίς να τους συγκινεί το γοερό τους κλάμα. Μετά, αυτοί οι κτηνάνθρωποι άρπαξαν και βίασαν το 14χρονο κορίτσι, το κακοποίησαν βάναυσα επειδή πρόβαλε αντίσταση κι έζησε μετά, έως το 1969, απαρηγόρητο με τα βαριά και αθεράπευτα ψυχικά του τραύματα.

 

Και το πιο φρικτό, όπως το διηγείται ο ανθυπολοχαγός Βάτσεφ στον Γάλλο διευθυντή μονοπωλίου καπνού Άγκελ στη Δράμα, «Βούλγαροι στρατιώτες διασχίζοντες κοιλίας εγκύων, εστοιχημάτιζον αν τα εξαγόμενα βρέφη ήσαν άρρενα ή θήλεα»! Ο Γάλλος Βαλέτ μαρτυρεί στον εκεί απεσταλμένο της γαλλικής εφημερίδας Χρόνος και θεωρεί «την επέλασιν του Ιππικού και τας σφαγάς των γυναικοπαίδων στίγμα ανεξάλειπτον δια την Βουλγαρίαν».

 

Ο απεσταλμένος των Τάιμς του Λονδίνου, Κρόφοντ Πράις, παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες από θύματα και αυτόπτες μάρτυρες της σφαγής:

Δεν ήτο δύσκολον να συναγάγη τις την αλήθειαν περί του τι συνέβη εν Δοξάτω. Διεσώθησαν πολλά βασανισθέντα θύματα όπως αφηγηθούν τα συμβάντα, εν οις και εις νεανίας (ο οποίος παρ’ όλους τους δέκα λογχισμούς, τους οποίους έλαβεν, έζη ακόμη, καθώς και πολλά μικρά παιδία εις το νοσοκομείον φέροντα τραύματα επί της κεφαλής, κατενεχθέντα διά της σπάθης των Βουλγάρων ιππέων, καθ’ ήν στιγμήν κατεδίωκαν τα νήπια θύματά των δια των αγρών […] Οι πρώτοι παραστάντες επί τόπου Ευρωπαίοι συμφωνούν ότι ο ολικός αριθμός των σφαγέντων δεν ήτο ολιγώτερος των 400 (πολλοί τους υπολογίζουν εις 600). Μερικά των πτωμάτων είχον ήδη ταφή, άλλα είχαν καή, αλλά τα υπόλοιπα απέμενον εκτεθειμένα, μερικά δε μόλις εκαλύπτοντο δι’ ελαφρού τινός στρώματος άμμου. Οι επισκέπται είδον σκύλους καταβροχθίζοντας ανθρωπίνους σάρκας, αυλάς οικιών αχνιζούσας εκ του αίματος των θανατωθέντων ατυχών, λίθους επί των οποίων διετηρούντο ακόμη υπολείμματα τριχωμάτων των κεφαλών των θυμάτων, αίτινες είχον καταθραυσθή δια κτυπημάτων, δωμάτια, οι τάπητες των οποίων, αι ψάθαι και τα προσκεφάλαια ήσαν καλυμένα με το αίμα των σφαγέντων, τοίχους δεικνύοντας τους τύπους των όλων, δια των οποίων μια γυνή και εν παιδί είχον σταυρωθή.

Η ιταλική εφημερίδα Il Secolo XIX περιγράφει την επιδρομή των Βουλγάρων:

Οι κάτοικοι έντρομοι συλλέξαντες ό,τι πολύτιμον είχον ήρχισαν να φεύγωσιν προς Καβάλαν και άλλοι δια της κοίτης του ξεροχείμαρρου προς τα όρη. Εκατοντάδες τινές εκλείσθησαν εντός των οικιών. Αίφνης ενεφανίσθη βουλγαρικό ιππικό και ήρχισε λυσσώδη καταδίωξη των φευγόντων. 400 Βούλγαροι στρατιώτες εισήρχοντο με «εφ’ όπλου λόγχη», ακολουθούμενοι υπό δύο αμαξών, φορτωμένων με πετρέλαιον. Το ιππικό εξ 120 ανδρών υπό των Μπίρνεφ και Συμεώνωφ κατεδίωκαν τους φεύγοντας , άνδρας, γυναίκες και παιδιά ρίπτοντες αυτούς καταγής διά σπαθισμών.

 

Βούλγαροι άρπαξαν από τις δύο ελληνικές τράπεζες και τα σπίτια ευπόρων Ελλήνων χιλιάδες χρυσές λίρες, ενώ πολλές πήραν και οι Τούρκοι για να τους προστατεύσουν τάχα από τις σφαγές, όταν κατέφυγαν για να σωθούν στην τουρκική συνοικία του Δοξάτου. Όταν έφτασε αργότερα ο Ελληνικός Στρατός και ανακατέλαβε την περιοχή, αντίκριζε παντού καπνούς και διάσπαρτα νεκρά ανθρώπινα κορμιά.

Εφημερίδα “Σκριπ” – 13 Ιουλίου 1913

Για ώρες έσφαζαν τους κατοίκους και τους αποκεφάλιζαν. Αφού πρώτα βίασαν τις γυναίκες μετά τις κατακρεούργησαν με τα σπαθιά τους. Όσοι κάτοικοι έτρεχαν στον κάμπο να ξεφύγουν τους εκτελούσαν. Το ίδιο συνέβη και σε όσους είχαν κρυφτεί μέσα σε σπίτια. Τις πρώτες απογευματινές ώρες, τελείωσαν τις θηριωδίες σε βάρος των κατοίκων, έβαλαν φωτιά στο χωριό και το εγκατέλειψαν. Ανάμεσα στους Βούλγαρους ήταν και πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι θεωρώντας ότι η Τουρκία είχε συμμαχήσει μαζί τους δεν αρνήθηκαν να επιτεθούν στους Έλληνες συγχωριανούς τους. Λίγες ώρες μετά την αποχώρησή τους προσπάθησαν να επιστρέψουν για να θάψουν μερικά πτώματα για να κρύψουν τη σφαγή, αλλά ο ελληνικός στρατός πλησίαζε στη Δράμα και υποχώρησαν γρήγορα…. 

Οι Έλληνες στρατιώτες έγιναν δεκτοί ως σωτήρες από τους εναπομείναντες κατοίκους. Μόλις αντίκρισαν τις φρικαλεότητες ένιωσαν αποτροπιασμό. Ανάμεσα στους Έλληνες στρατιώτες ήταν και ένας Πλοίαρχος του Βρετανικού ναυτικού Cardale, ο οποίος περιέγραψε όσα αντίκρισε στο Δοξάτο ως εξής: «Κατά την είσοδον εις την πόλιν, το πρώτο όπερ προσέπεσεν εις τους οφθαλμούς μου, ήσαν αι αγέλαι κυνών καταβροχθιζόντων ανθρωπίνους σάρκας. Η πόλις τελείως κατεστραμμένη εφαίνετο έρημος, ως  εκ τούτου δε ηναγκάσθην να φωνάξω επανειλημμένως δια να εμφανισθώσι γραίαι τινές εκ των ερειπίων. Όλα τα πτώματα ήσαν διάτρητα υπό τον λογχών και έφερον ίχνη απίστευτων ακρωτηριασμών. Οι τοίχοι των οικιών είχον ρυπανθεί από αίματα, εις το ύψος έξι ποδών από τους εδάφους, τουθ’ όπερ εξηγείται, κατά το λέγειν των επιζώντων εκ του ότι τα δυστυχή θύματα δεν είχον σφαγεί αμέσως, αλλά εθανατούντο δια λογχισμών»… 

Τα επόμενα χρόνια έγιναν προσπάθειες ανοικοδόμησης του χωριού, αλλά οι Βούλγαροι χτύπησαν ξανά το 1917, αυτή τη φορά ως σύμμαχοι των Γερμανών. Τότε εισέβαλαν το μαρτυρικό Δοξάτο και πήραν ομήρους αρκετούς άντρες και τους έστειλαν στη Βουλγαρία.

 


Τον Σεπτέμβριο του 1941 η ιστορία επαναλήφθηκε. Βουλγαρικά αποσπάσματα εκτέλεσαν ξανά 350 κατοίκους του Δοξάτου έπειτα από επίθεση ανταρτών εναντίον τους.

Ως εξέγερση και σφαγή της Δράμας ή γεγονότα της Δράμας αναφέρονται η εξέγερση των Ελλήνων ενάντια στην βουλγαρική κατοχή και τον επιχειρούμενο εκβουλγαρισμό και η σφαγή που ακολούθησε από τις δυνάμεις κατοχής. Η εξέγερση ξέσπασε στις 28 Σεπτεμβρίου και διήρκεσε μέχρι τις 2 Οκτωβρίου του 1941, ενώ μέχρι τις 5 του ίδιου μήνα, οι βουλγαρικές δυνάμεις εκτόπισαν τους Έλληνες αντάρτες και πρόσφυγες από τους γειτονικούς ορεινούς όγκους.

Η βουλγαρική κατοχή συνοδεύτηκε από μια σειρά μέτρων εναντίον του ελληνικού πληθυσμού:μεταξύ άλλων καταλύθηκαν οι ελληνικές αρχές και απελάθηκαν οι Έλληνες διανοούμενοι, επιστήμονες, αρχιερείς, κληρικοί και δημόσιοι υπάλληλοι, επιβλήθηκε η χρήση της βουλγαρικής γλώσσας με την ταυτόχρονη απαγόρευση της ελληνικής και την επιβολή προστίμων στους παραβάτες, τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν και αντικαταστάθηκαν από βουλγαρικά, απαγορεύθηκαν ακόμη η κατοχή ελληνικών βιβλίων ιστορίας και η λειτουργία ελληνικών τυπογραφείων, ενώ οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να υιοθετήσουν βουλγαρικές καταλήξεις στα επίθετά τους. Παράλληλα, εφαρμόστηκε τακτική εποικισμού με Βούλγαρους, στους οποίους δόθηκαν οι περιουσίες των Ελλήνων που είχαν εγκαταλείψει την περιοχή.

Γενικότερα, η Βουλγαρία με τα σκληρά μέτρα που ακολουθούσε σε βάρος του πληθυσμού είχε στόχο την de jure προσάρτηση των ελληνικών εδαφών στο βουλγαρικό κράτος. Ο νομάρχης της Δράμας Basil Georgiev, σε επιστολή του στο βουλγαρικό Υπουργείο Εσωτερικών στις 15 Σεπτεμβρίου του 1941 ζητούσε την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου για να ξεκινήσει ο οικονομικός και πολιτικός εκβουλγαρισμός.

Η γερμανική διοίκηση δυσανασχετούσε για πολιτικούς, υγειονομικούς και οικονομικούς λόγους με τα μέτρα των βουλγαρικών αρχών κατοχής, που είχαν αναγκάσει χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Μακεδονία και να καταφύγουν στη γερμανοκρατούμενη Κεντρική Μακεδονία σχεδόν χωρίς υπάρχοντα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με βουλγαρικές εκτιμήσεις, μέχρι τα τέλη του θέρους του 1941 είχαν εγκαταλείψει τον νομό Δράμας 25.000 Έλληνες, ενώ ελληνική πηγή κάνει λόγο για περίπου 30.000 πρόσφυγες από την περιοχή της Καβάλας μέχρι το 1942.

 

Η βουλγαρική διοίκηση στην Ανατολική Μακεδονία την περίοδο της κατοχής (1941-1944) υπήρξε πολύ χειρότερη των προηγούμενων (1913,1917). Απόλυτη προτεραιότητα των Βουλγάρων υπήρξε η προσάρτηση της Μακεδονίας και μπροστά στον σκοπό αυτό δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο. Με τη σύμφωνη γνώμη του Χίτλερ, οι σύμμαχοί του Βούλγαροι όρισαν σε κάθε κοινότητα Βούλγαρους προέδρους ενώ μεταφέρθηκαν ακόμη και βουλγαρικοί πληθυσμοί προκειμένου να προκαλέσουν εθνολογική αλλοίωση.

Στους σκλαβωμένους Έλληνες έκαναν ακόμη και προτάσεις να απαρνηθούν την καταγωγή τους και να αποκτήσουν την βουλγαρική υπηκοότητα. Σαν αντάλλαγμα τους παρείχαν βασικά υλικά αγαθά που στα χρόνια της κατοχής δεν θεωρούνταν δεδομένα. Θα έλεγε κανείς ότι οι Βούλγαροι μεταχειρίζονταν τα ίδια μέσα με αυτά που οι πρόγονοί τους κομιτατζήδες, χρησιμοποιούσαν κατά τα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα (1903-1908). Τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά γι΄αυτό στράφηκαν στις λεηλασίες, στις απειλές, στους βιασμούς και τις σφαγές. Ακόμη και τα ονόματα νεκρών στα μνήματα άλλαζαν σε βουλγαρικά.

 Μία χαρακτηριστική περίπτωση άγριων και ανεξέλεγκτων σφαγών που παραπέμπουν σε εθνοκάθαρση υπήρξε και η σφαγή που έλαβε χώρα την 29η Σεπτεμβρίου στη Δράμα και στα γύρω χωριά. Όλα ξεκίνησαν στις 20 Σεπτεμβρίου όταν ξέσπασε μια φήμη πως στη Σόφια είχε ξεσπάσει επανάσταση και πως αν οι κατακτημένοι Έλληνες ξεσηκώνονταν, ο βουλγαρικός στρατός κατοχής θα ενίσχυε την προσπάθειά τους. Οι υποκινητές αυτών των φημών και των ενεργειών ήταν τα μέλη του Γραφείου Μακεδονίας – Θράκης του ΚΚΕ,  που κρύβονταν στην πόλη της Δράμας ήδη από την εποχή του Μεταξά. Περιφερειακός γραμματέας ήταν ο Χαμαλίδης. Αφορμή για την εξέγερση υπήρξε η έκκληση του Ιωσήφ Στάλιν στις 3 Ιουλίου 1941 για ανταρτοπόλεμο κατά των Γερμανών και των συμμάχων τους.

Ο συνειδητός κομμουνιστής και ελασίτης Σόλωνας Γρηγοριάδης έγραψε: «Το Μακεδονικό Γραφείο και ο Χαμαλίδης συμφώνησαν για την άμεση οργάνωση μαζικού κινήματος στην περιοχή Δράμας. Με ποιο στρατηγικό σκοπό; Δεν είχαν καμιά συγκεκριμένη κατεύθυνση, εκτός από την έκκληση του Στάλιν. […] Ξεκίνησαν χωρίς σχέδιο, χωρίς προοπτική, με μόνη απόφαση να χτυπήσουν. Και με τη βεβαιότητα ότι μέσα στον χειμώνα η Σοβιετική Ένωση θα συνέτριβε τον γερμανικό κριό» (Σ. Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Α’, σ. 106).  Και συνεχίζει: «… μιαν άφρονα, ανερμάτιστη πράξη, χωρίς καμιά δυνατότητα επιτυχίας, η οποία στοίχισε τόσο αίμα και επέδρασε ανασταλτικά στην αντίσταση της Ανατολικής Μακεδονίας» (ό,π. σ. 107).

Τα γεγονότα και οι σφαγές που έλαβαν χώρα παρουσιάζονται γλαφυρά στο άρθρο της εφημερίδας Εθνική Φλόγα της 29ης Σεπτεμβρίου 1947 (Το άρθρο υπογράφει ο Χ.Αβραμίδης)  Αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο και παρατίθενται αυτούσιο:

29 Σεπτεμβρίου! Συμπληρώνεται σήμερα εξαετία από την αποφράδα εκείνη ημέρα, που οι Γερμανοί, αφού σκηνοθέτησαν το κίνημα της προηγουμένης (28 Σεπτεμβρίου 1941) στη Δράμα και στο Δοξάτο, κατέσφαξαν, με τη βοήθεια των ελληνοφώνων κομμουνιστών, 15.000 ηρωικά παιδιά των δύο πόλεων.

Σαν σήμερα ακριβώς, πρό έξ ετών, την 29 Σεπτεμβρίου 1941, στη μαρτυρική Δράμα έγινε η μεγαλύτερη ανθρωποσφαγή, σφαγή όμοια της οποίας δεν αναφέρει η ιστορία. Από την προηγούμενη μέρα στα γραφεία του Βουλγαρικού Κομιτάτου, τα οποία στεγάζονταν στο ξενοδοχείο «Νέα Ελλάς», συγκροτήθηκε μυστική σύσκεψη υπό την προεδρία του αρχηγού του κομιτάτου Στάθη Στάθιεφ, στην οποία έλαβαν μέρος ο στρατιωτικός διοικητής Δράμας Μιχαήλωφ και ο υποδιοικητής αυτής Μπεκιάρωφ.

Μετά τη σύσκεψη ο Στάθιεφ πήγε στο ξενοδοχείο «Μακεδονία», όπου τον ανέμεναν πολλοί κομιτατζήδες, οι οποίοι έπειτα από μισή ώρα, σκεπασμένοι με μακρυές στρατιωτικές μανδύες, πήραν κατεύθυνση άλλοι προς την οδό Προσοτσάνης και άλλοι προς το σταθμό. Στο μεταξύ στα γραφεία της Γεν. Ασφαλείας άλλοι κομιτατζήδες με το διοικητή χωροφυλακής Μαγιουλάσκη, τον περιβόητο Τσεκώφ και τους αστυνομικούς σταθμάρχες υπό την προεδρία του μοιράρχου Πέιτσεφ, συνεδρίαζαν ως τη 10η νυχτερινή. Και ενώ άλλοτε φωτίζονταν όλα τα δημόσια καταστήματα, τη νύχτα εκείνη βυθίστηκαν στο σκοτάδι και καμμιά περιπολία δεν έκανε την εμφάνισή της.

Το Τηλεγραφείο και το Ταχυδρομείο γέμισε από κομιτατζήδες, οι οποίοι όλη τη νύχτα διεβίβαζαν εμπιστευτικές διαταγές, τα δέ μεσάνυχτα Βούλγαροι χωροφύλακες με ονομαστικές κλήσεις εκάλεσαν όλους τους έμπιστους και τα μίσθαρνα οργανά τους στη Γεν. Ασφάλεια, τους οποίους και ώπλισαν.

Οι Μιχαήλωφ, Μπεκιάρωφ και Μαγιουλάσκη περιήλθαν τα μεσάνυχτα στην πόλη και τράβηξαν για το Δοξάτο και την Προσοτσάνη. Από την 2η ως την 4η πρωινή αποσπάσματα στρατού και χωροφυλακής εκύκλωσαν τις συνοικίες. Μια διμοιρία στάθμευσε στην Λαυρεντιανή Μονή, άλλη στο αεροδρόμιο της Νέας Αμισού, έτερη δύναμη λόχου κύκλωσε τους συνοικισμούς: Αμπελόκηποι, Στενήμαχος, Προάστειον και Σαράντα Εκκλησιαί, ενισχυθείσαι και από είκοσι πέντε Βούλγαρους σιδηροδρομικούς. Χωροφύλακες και χωρικοί από την Πλεύνα περικύκλωσαν την περιοχή μεταξύ των οδών Ιπποκράτους, Κόδρου, Γαληνού, Μεγάλου Αλεξάνδρου, ως και την Ενορία Αγία Τριάς, ο δέ κεντρικός συνοικισμός Νέας Κρώμης, Βορειομακεδόνων, Περιθάλψεως, απομονώθη και από στρατευθέντες δημοσίους υπαλλήλους και βουλγαρόφωνους, από την Προσοτσάνη και τη Δράνοβα και στρατοκρατήθηκαν οι ενορίες του Αγίου Νικολάου, Αγίων Αποστόλων και Μητροπόλεως.

Featured image

    Ερείπια μετά τη σφαγή και τις καταστροφές στο Δοξάτο.

Οι δυστυχισμένοι Έλληνες δεν έκλεισαν μάτι, μα δεν μπορούσαν να φαντασθούν ότι θα είναι τα αυριανά θύματα των κανιβάλων. Νόμιζαν ότι επρόκειτο να συλλάβουν τους ολίγους μυημένους στο φημολογούμενο από ημερών κίνημα. Αλλά πόσο απατήθηκαν! Τα μεσάνυχτα οι Έλληνες κομμουνιστές που είχαν πάρει όπλα από τους ίδιους τους Βουλγάρους, περικύκλωσαν τους αστυνομικούς σταθμούς της υπαίθρου και τυφέκισαν περί τους 15 με 20 κοινοτικούς υπαλλήλους. Αυτό ήταν. Η αφορμή δόθηκε και την 5η πρωινή της 29ης Σεπτεμβρίου αρχίζουν οι ομαδικές εκτελέσεις και οι σφαγές.

Το μεσημέρι της αυτής ημέρας φτάνουν από το Κάτω Νευροκόπι οι πρώτες ενισχύσεις στρατού και το απόγευμα άλλες με κατεύθυνση προς τα Κύργια, Δοξάτο και Προσοτσάνη. Η 30η Σεπτεμβρίου βρήκε τη Δράμα με δύο μεραρχίες τακτικού στρατού, με πυροβολικό και αεροπορία. Επίσης και με τους ληστές της νέας και παλαιάς Βουλγαρίας.

Επί τρείς ημέρες έσφαζαν και εκτελούσαν οι Βούλγαροι τους ήρωες της Αλβανίας και των Μακεδονικών οχυρών. Οδηγούνταν κατά τετράδες, με δεμένα τα χέρια οπισθάγκωνα, με συρματόπλεγμα, στα Πευκάκια, στο Ινστιτούτον, πίσω από το Γυμνάσιο, στην οπισθία του Στρατιωτικού Νοσοκομείου χαράδρα και στα παρά την οδό Δράνοβας λιγνιτωρυχεία, και εκεί εκτελούνταν, αφού υφίσταντο προηγουμένως μαρτύρια μεσαιωνικά. Οι χωρικοί που κατέβαιναν στην εβδομαδιαία αγορά της Δράμας ανύποπτοι, θερίζονταν από τα πολυβόλα των τσακαλιών της Βαλκανικής.

Η πόλη της Δράμας πλέει σε λίμνη αίματος, τα πτώματα στους δρόμους εμποδίζουν την κυκλοφορία των βουλγαρικών οχημάτων. Στους τοίχους των οδών Βενιζέλου, Φιλίππου, Εθνικής Αμύνης αμέτρητες κηλίδες αίματος και στα λιθόστρωτα, μαλλιά, μυαλά και κεφάλια ανθρώπων, που δεν προλάβαιναν τα συνεργεία των Βουλγάρων πολιτών με τους καταβρεκτήρας να τα μαζεύουν. Τα πολυβόλα και το πυροβολικό ακούονταν από όλα τα σημεία της πόλεως.

 Featured imageΠροπαγανδιστική αφίσα στον βουλγαρικό Τύπο. Βούλγαρος κομιτατζής «τιμωρεί» έναν Έλληνα τσολιά για τα γεγονότα της Δράμας. «Αν καθόσουν ήσυχος δεν θα τις έτρωγες» αναγράφεται στη λεζάντα κάτω από το σκίτσο.

Κλαυθμός και οδυρμός, αγωνία και φρίκη των γυναικοπαίδων που κρύφτηκαν στα σπίτια τους και περίμεναν το γυρισμό του παιδιού, του συζύγου, του πατέρα και του αδερφού. Το Δοξάτο, η Προσοτσάνη, τα Κύργια, η Χωριστή, ο Άγιος Αθανάσιος, η Αδριανή, τα Κοκκινόγια, η Μικρόπολις, η Χαριτωμένη, το Φωτολύβος, ο Σιταγρός, ο Μικρόκαμπος, ο Μυλοπόταμος και ο Μαυρότοπος δεν υστερούν σε θυσίες ανθρωπίνου υλικού. Μόνον στο Δοξάτο καίονται ζωντανά στο σχολείο 1285 γυναικόπαιδα, αφού υπέστησαν τα πιο φρικιαστικά βασανιστήρια, που αδυνατεί να συλλάβη ο ανθρώπινος νούς.

Ατίμασαν μικρά κορίτσια 10 ετών, κατακρεούργησαν γέροντες, έκοψαν γεννητικά όργανα ανδρών και μαστούς γυναικών, εξώρυξαν οφθαλμούς, απέσπασαν χρυσά δόντια με τον υποκόπανο και τη λόγχη νεκρών και ζωντανών και έκλεψαν δακτυλίδια, σκουλαρίκια και ρολόγια, κόβοντας τα χέρια, τα δάκτυλα και τα αυτιά Ελλήνων και Ελληνίδων. Φωτιά, σίδερο, λόγχη, πολυβόλο, τηλεβόλο. Παντού βαδίζει ο θάνατος με συνοδό του τη φρίκη και τιμητική φρουρά τους δημίους Βουλγάρους.

Τα χωράφια μεταβλήθηκαν σε ομαδικούς τάφους, τα τσακάλια και οι λύκοι τρέφονταν επί μήνες από τα αδικοσκοτωμένα Ελληνόπουλα, τα δέ σκυλιά μετέφεραν στις πόλεις και στα χωριά ανθρώπινα κεφάλια, χέρια και πόδια. Οπουδήποτε και αν σκλαψη κανείς, απ’ όπου περνάει το αλέτρι του γεωργού φέρνει στην επιφάνεια κόκκαλα και κρανία. Τόση δε ήταν η μανία και το μίσος των Βουλγάρων, ώστε δεν αρκέσθησαν στην σφαγή και στην εκτέλεση, αλλά υποχρέωσαν τις γυναίκες των εκτελεσθέντων στο μαρτυρικό Δοξάτο να πληρώσουν στο βουλγαρικό Δημόσιο, προς 300 λευά, κάθε σφαίρα με την οποία εκτελέσθηκαν οι συζυγοί τους, τα παιδιά τους, οι πατεράδες τους.

 

 

Πηγές:
Μηχανή του Χρόνου
pontos – news.gr 
σαν σήμερα
Ελληνικά χρονικά 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail