15/04/2024

Το πρώτο βήμα έγινε, αλλά εξακολουθεί να σκέφτεται για περισσότερα

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς*

 

Η απόφαση της Ρωσίας να ξεκινήσει μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία στις 24ης Φεβρουαρίου, πλήττοντας στόχους σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας Κίεβου, θα επιβάλει σημαντικές κυρώσεις από τις δυτικές χώρες, αλλά η άμεση στρατιωτική εμπλοκή των Δυτικών είναι απίθανη. Η Δύση αμετανόητη ακόμη επιβάλλει κυρώσεις για να λύσει οποιοδήποτε διεθνές πρόβλημα. Αυτό δεν πτόησε τον Πούτιν από το 2014 με την Ουκρανία και δεν θα λειτουργήσει ούτε τώρα. Η αναγνώριση της πραγματικότητας και η λήψη ρεαλιστικών επιλογών, ακόμη και αυτή την τελευταία ώρα, παραμένουν οι μόνες ενέργειες που μπορούν να αποτρέψουν ένα μεγάλο πόλεμο στην Ανατολική Ευρώπη.

Ενώ ο Πούτιν χαρακτήρισε την επιχείρηση ως απαραίτητη για την υπεράσπιση των αυτονομιστικών δημοκρατιών στο Ντονμπάς, ένας από τους βασικούς στόχους της Ρωσίας είναι να εκδιώξει την ουκρανική κυβέρνηση, την οποία χαρακτήρισε «καθεστώς» και η κατάληψη του Ουκρανικού νότου. Ο προφανής στόχος της Ρωσίας να ανατρέψει την ουκρανική κυβέρνηση υποδηλώνει ότι οι στρατιωτικές ενέργειες θα περιλάβουν μια χερσαία εισβολή για να καταλάβει το Κίεβο. Εκτιμάται λοιπόν ότι εφόσον ο στόχος της Μόσχας είναι να ανατρέψει την ουκρανική κυβέρνηση για να την αντικαταστήσει με μια φιλορωσική διοίκηση, η επίθεση στο Κίεβο είναι αναπόφευκτη. Καθώς τα ρωσικά άρματα μάχης έχουν εισέλθει στην Ουκρανία από βόρεια, ανατολικά και νότια του Κιέβου, μια επιχείρηση κατάληψης της πρωτεύουσας εκτιμάται ότι θα γίνει τις επόμενες ώρες. Αυτό θα αύξανε σοβαρά τις απώλειες της σύγκρουσης, ειδικά στην περίπτωση του αστικού πολέμου.

Αυτό είναι πλέον ξεκάθαρο, έτσι το μόνο πράγμα που έχει οποιαδήποτε προοπτική να αποτρέψει τη συνέχιση του πολέμου σε αυτό το σημείο είναι η Δύση να αναγνωρίσει την ξεκάθαρη πραγματικότητα ότι η Ουκρανία δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Είναι ανόητο να προσποιούμαστε το αντίθετο, ειδικά όσο κρατάμε ανοιχτή την πόρτα του ΝΑΤΟ θα είναι η σπίθα για απόπειρα ολοκληρωτικού αφανισμού της Ουκρανίας.

Η Δύση γενικά προσπαθεί με κάθε διπλωματικό τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς να αποφύγει το συμβιβασμό σε οποιαδήποτε από τις βασικές της θέσεις και να αρνηθεί να ικανοποιήσει τον Πούτιν (που δεν είναι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, αλλά η επιστροφή στις γραμμές ασφαλείας του 1997 και η απόσυρση πυραύλων μικρού βεληνεκούς από τα ρωσικά σύνορα). Το ΝΑΤΟ επιθυμεί να επιλύσει την κρίση με τρόπο που θα έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Πούτιν τη στρατιωτική εισβολή, να διατηρηθεί η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή σε μελλοντικούς υποψηφίους για το ΝΑΤΟ. Οπότε δεν διαφαίνεται τρόπος να περιοριστεί αυτό το χάσμα, απαιτήσεων μεταξύ Ρωσίας-ΝΑΤΟ-ΕΕ.

Η απαίτηση του Πούτιν να αποσυρθεί το ΝΑΤΟ στη θέση που κατείχε το 1997 είναι μια απαίτηση που κανένας δυτικός ηγέτης δεν θα μπορούσε να εξετάσει. Αλλά η διαπραγμάτευση ότι η ένταξη στο ΝΑΤΟ δεν θα προσφερθεί στην Ουκρανία και ότι οι πύραυλοι δεν θα σταθμεύουν κοντά στα σύνορα αντιστοίχως προσφέρει περιθώρια συμβιβασμού και για τις δύο πλευρές.

Η Ρωσία θα παραμείνει μια από τις μεγάλες δυνάμεις του κόσμου, που θα σύρεται πίσω από τις ΗΠΑ, την Κίνα και την ΕΕ όσον αφορά την πολιτική επιρροή και την οικονομική ευημερία. Η άσκηση εξαναγκασμού με τη χρήση σκληρής ισχύος θα παραμείνει σχετικά εύκολη για τη Μόσχα. Προς το παρόν, η στρατιωτική της ισχύς επιτρέπει στη Ρωσία να ξεπεράσει το πολιτικό και οικονομικό της βάρος. Αλλά η διατήρηση των λιγοστών συμμάχων της, πόσο μάλλον η προσέλκυση νέων, θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη καθώς άλλες δυνάμεις θα θέσουν στο τραπέζι πιο ελκυστικές πολιτικές και οικονομικές προσφορές.

Αναδύονται πλέον τα εξής ερωτήματα: Θα τονώσει αυτό τη Μόσχα να εξερευνήσει μια πιο συνεργάσιμη, αντί για μια συγκρουσιακή υψηλή στρατηγική; Ή θα συνεχίσει να εξισώνει το καθεστώς της μεγάλης δύναμης με τη διεκδίκηση και την επιθετικότητα;

Η ΕΕ, από την πλευρά της, πρέπει να προστατεύσει τα ζωτικά της συμφέροντα. Να προστατεύει τον δικό της τρόπο ζωής, αποτρέποντας ταυτόχρονα κάθε διάχυση της ανασφάλειας είτε από την ανατολική ή από τη νότια πλευρά της σε όλες τις απειλές. Τα γειτονικά κράτη που κάνουν τις δικές τους κυρίαρχες επιλογές αποτελούν βασικό συμφέρον για αυτόν τον ζωτικό σκοπό. Για την ΕΕ, η χρήση σκληρής ισχύος δεν μπορεί ποτέ να είναι αυτοσκοπός, αν και πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται πώς να ανταποκριθεί στις ρωσικές υβριδικές ενέργειες. Αλλά επειδή δεν μπορεί κανείς να επιλέξει τους γείτονές του, οι σχέσεις καλής γειτονίας παραμένουν ο απώτερος στόχος. Όποιο δρόμο κι αν επιλέξει ο Πούτιν, η ΕΕ πρέπει να είναι πάντα ανοιχτή για διάλογο, με το σύνθημα: Συνεργαστείτε όταν μπορείτε, αλλά απωθήστε όταν πρέπει. Ωστόσο, αυτό θα απαιτήσει από όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ να αναπτύξουν ένα πολύ ισχυρότερο ευρωπαϊκό αντανακλαστικό. Εάν το στρατηγικό κέντρο της Ευρώπης είναι ένα κενό, δεν θα συμβεί ούτε συνεργασία ούτε απώθηση, και η ΕΕ θα κατακερματίζεται συνεχώς.

 

*Ο Υποναύαρχος ε.α. Δημήτριος Τσαϊλάς δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, είναι μέλος και ερευνητής του Ινστιτούτου για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια.

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024