Economy Politics

Το τελευταίο στοίχημα της Μέρκελ

Του Κώστα Ράπτη

Όλες οι πολιτικές σταδιοδρομίες, εκτός και αν διακοπούν σε μίαν ευτυχή συγκυρία στα μισά του δρόμου, καταλήγουν στην αποτυχία» σύμφωνα με τη γνωστή φράση του Βρετανού πολιτικού Enoch Powell. Μετά από 18 χρόνια στην ηγεσία του κόμματός της και 13 χρόνια στην καγκελαρία, η Άγκελα Μέρκελ ασφαλώς δεν βρίσκεται στα μισά του δρόμου – ούτε δικαιούται να αναμένει κάποιαν ευτυχή συγκυρία, όταν το κόμμα της καταγράφει αλλεπάλληλες εκλογικές αποτυχίες και η ίδια αγωνίζεται άλλοτε να εξασφαλίσει την συνοχή του κυβερνητικού της συνασπισμού και άλλοτε τη νομιμοφροσύνη της κοινοβουλευτικής της ομάδας.

Ωστόσο, το timing της ανακοίνωσης της σταδιακής αποχώρησής της από την εξουσία δεν είναι διόλου αδιάφορο, αλλά αποκαλυπτικό της διάθεσής της να έχει μέχρι τέλους τον έλεγχο των εξελίξεων.

Η Άγκελα Μέρκελ παράγει «είδηση» γνωστοποιώντας ότι δεν θα διεκδικήσει πέμπτη θητεία στην καγκελαρία (ή και μία έδρα στο κοινοβούλιο) το 2021 – σαν να ήταν ρεαλιστικό να περιμένει κανείς κάτι τέτοιο ή σαν να έχει η παρούσα κυβέρνηση τα καύσιμα για να αντέξει μέχρι την προβλεπόμενη ημερομηνία διεξαγωγής των επόμενων ομοσπονδιακών βουλευτικών εκλογών.

Ανακοινώνει επίσης η καγκελάριος ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει την επανεκλογή της στην προεδρία των Χριστιανοδημοκρατών κατά το κομματικό συνέδριο του Δεκεμβρίου, όταν μέχρι πολύ πρόσφατα επιχειρηματολογούσε κατά της «διαρχίας» στην κορυφή.

Μένει να φανεί, αν θα αποδειχθεί εξίσου ασυνεπής και ως προς τις άλλες δύο δεσμεύσεις της: να μην παρέμβει στις διαδικασίες ανάδειξης διαδόχου της και να μην μεταπηδήσει σε κάποιο ευρωπαϊκό αξίωμα.

Προς το παρόν, η τακτική της συνίσταται στο να εξασφαλίσει το μείζον θυσιάζοντας το συγκριτικώς έλασσον. Προφυλάσσει τον εαυτό της από μίαν αχρείαστη εσωκομματική αντιπαράθεση, προβάλλοντας ως εγγυήτρια της αναγκαίας στροφής της κυβέρνησης από την ενδοσκόπηση στην παραγωγή έργου. Και παράλληλα, επιχειρεί να προφυλάξει τη Χριστιανοδημοκρατία από τη φθορά της κυβέρνησης, επιτρέποντας μια πιο αυθεντική έκφραση της κομματικής «ψυχής».

Μάλιστα, όσο πιο «ταυτοτική» θα γίνεται η Χριστιανοδημοκρατία (που επί των ημερών της Μέρκελ θεωρείται ότι θόλωσε το στίγμα της) και όσο περισσότερο θα κατακερματίζεται το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό, τόσο περισσότερο θα αναδεικνύεται για το υπόλοιπο της κυβερνητικής θητείας ο ρόλος της «κεντρώας» και αιωνίως ισορροπίστριας καγκελαρίου.

 

Αυτά επί χάρτου. Στην πραγματικότητα το όλο σχέδιο κινδυνεύει να καταλήξει σε ακόμη μεγαλύτερη και ταχύτερη αποδυνάμωση και αλληλοϋπονόμευση τόσο του «μεγάλου συνασπισμού” όσο και της Χριστιανοδημοκρατίας.

Απέναντι σε ένα κόμμα το οποίο μετά από τόσα χρόνια κυριαρχίας της Μέρκελ αντιμετωπίζει εμφανή έλλειψη στελεχών ηγετικού βεληνεκούς, η καγκελάριος δείχνει να διαπραγματεύεται υπογείως τους όρους της αποχώρησής της από την εξουσία και την ανάδειξη διαδόχου της αρεσκείας της.

Μόνο η ανάληψη της προεδρίας από την νυν γ.γ. της CDU Άνεγκρετ Κραμπ-Κάρενμπαουερ διευκολύνει την Μέρκελ: αντιθέτως άλλοι δελφίνοι, όπως ο υπουργός Υγείας Γενς Σπαν (άλλοτε υφυπουργός του Σόιμπλε, επικριτής της κυβερνητικής προσφυγικής πολιτικής και με απήχηση στην κομματική νεολαία) ή ο Φρίντριχ Μερτς (επικεφαλής του εποπτικού συμβουλίου της BlackRock Germany, παλαιός επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Χριστιανοδημοκρατίας, από την οποία καθαιρέθηκε ως αντι-ηγετικός) δύσκολα θα συγκατοικήσουν με την καγκελάριο.

Σε κάθε περίπτωση, η αβεβαιότητα, αν όχι η πολιτική παράλυση, και η εθνοκεντρική αναδίπλωση αναμένεται να κυριαρχήσουν για σημαντικό χρονικό διάστημα εφεξής στην πολιτική ζωή της ηγέτιδας δύναμης της ευρωζώνης. Οι επιπτώσεις για την υπόλοιπη ήπειρο είναι προφανείς.

Capital.gr 

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail