30/05/2024

Μια ναυτική στρατηγική εστιασμένη στη θαλασσοκρατορία

Γράφει ο Δημήτριος Τσαϊλάς *

 

Εισαγωγή

Έχουν παραμεληθεί από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής οι συζητήσεις για τις στρατηγικές επιπτώσεις και τον ορισμό της θαλάσσιας ισχύος, μια έννοια που αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από τον Θουκυδίδη στο μνημειώδες του έργο «Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος». Έκτοτε  ο Ελληνισμός έχει προσδεθεί στην αξία της θαλάσσιας δύναμης, η οποία αγκαλιάζει στην ευρεία σάρωση της όλα όσα τείνουν να κάνουν έναν λαό σπουδαίο πάνω στη θάλασσα ή δίπλα στη θάλασσα και με αυτή την αρχή κατάφερε το έθνος μας την επιβίωσή του. Εξαιρετικής σημασίας είναι η ιδέα ότι η ναυτική στρατηγική που είναι απαραίτητη για την επιτυχή άσκηση της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να λειτουργεί τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε πόλεμο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό σε ό,τι αφορά την ευρεία έννοια του Ηροδότου «Έχουμε γη και πατρίδα, όταν έχουμε πλοία στη θάλασσα», μπορούμε να το κάνουμε αυτό ώστε να περιλαμβάνει όχι μόνο κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά και άλλα διπλωματικά και εμπορικά συμφέροντα.

Εστιασμένοι στην Τουρκία, από τη μετανάστευση στην ενέργεια και την επισιτιστική ασφάλεια, οι περιβάλλουσες θάλασσες του Ελληνισμού έχουν αναδειχθεί ως ένα παραμελημένο μέτωπο στον πόλεμο της Ρωσίας με τη Δύση. Αυτές οι θαλάσσιοι οδοί, συνδέουν την Ευρώπη, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή, μεταφέροντας καύσιμα, σιτηρά και πρόσφυγες από τη μια ακτή στην άλλη. Ως εκ τούτου, μπορεί να χρησιμεύσει ως πηγή σταθερότητας για την Ευρώπη ή ως τόπος αναταραχής για παράγοντες που επιδιώκουν να απειλήσουν αυτή τη σταθερότητα.

 

 

 

Επιστροφή στη Γεωπολιτική

Σήμερα, η ιστορία έχει επιστρέψει και η γεωπολιτική είναι κεντρική για τα εθνικά μας ζητήματα και συμφέροντα. Δεκάδες χρόνια πολέμου και τρισεκατομμύρια οικονομικών πόρων επενδύθηκαν στην προσπάθεια διαμόρφωσης του κοινωνικού συστήματος ανθρώπων που αδιαφορεί για τα κυριαρχικά δικαιώματα ακόμη και για την εθνική κυριαρχία προκρίνοντας διεθνιστικά μοντέλα και ρασιοναλιστικές ουτοπίες, αλλά ήρθε η ώρα να γίνουμε ξανά φυσιολογικοί, με προσανατολισμό το εθνικό συμφέρον. Κατά κανόνα εννοώ να σκέφτομαι και να ενεργώ στρατηγικά. Το να σκεφτόμαστε στρατηγικά σημαίνει επίσης να αποφασίζουμε για τις προτεραιότητες και να βάζουμε εθνικούς στόχους, μια αρμοδιότητα που χάσαμε πριν από καιρό, όταν προσπαθούσαμε να αναθέσουμε την άμυνα και ασφάλεια της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε αμυντικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ.

Αυτή η έκκληση για αληθινή στρατηγική παρά το ότι έρχεται με καθυστέρηση, εκτιμάται ότι προλαβαίνουμε να διορθωθούμε πριν πέσουμε στον γκρεμό. Αμφιβάλλω πάρα πολύ ότι θα ζήσουμε υπό Τουρκική επιρροή, αλλά σίγουρα θα ζήσουμε σε έναν κόσμο στον οποίο η γεωστρατηγική μας εικόνα θα αμφισβητείται από ένα εναλλακτικό σύστημα με διαφορετικό πολιτικό σχήμα, διαφορετικό σύνολο αξιών και διαφορετικό οικονομικό μοντέλο με πολυπλοκότητα και αλληλεξαρτήσεις.

Συνωστισμός δυνάμεων στη Μεσόγειο Θάλασσα

Πέραν της Τουρκίας και της Ρωσίας, η Κίνα και το Ιράν επιδιώκουν να αμφισβητήσουν την καταρρέουσα τάξη ασφαλείας στη Μεσόγειο όπου εργάζονται για να αποκτήσουν επιρροή σε μια περιοχή που γίνεται όλο και πιο αμφισβητούμενη και που παραμένει κεντρική στη γεωπολιτική του ανατολικού ημισφαιρίου. Για τον Ελληνισμό αυτές οι θάλασσες είναι πνεύμονες για την επιβίωσή του εδώ και 22αιώνες. Εάν η Αθήνα επιθυμεί να έχει ρόλο εδώ, θα πρέπει να αναπτύξει μια συνεκτική στρατηγική δίνοντας προτεραιότητα στην ελεύθερη χρήση των θαλασσών και όχι στις συζητήσεις μόνο για την κυριαρχία της. Αυτό θα απαιτήσει προσπάθειες για την ενίσχυση της δημοκρατίας σε ολόκληρη την περιοχή, καθώς και για την ενίσχυση παλιών και νέων συμμαχιών και στις δύο ακτές της Μεσογείου. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την αυξημένη εδαφοποίηση της θάλασσας και την αυξανόμενη γεωοικονομική επιρροή στους λιμένες από ανταγωνιστές και εχθρούς.

Σήμερα, οι θαλάσσιοι δρόμοι του Ελληνισμού βρίσκονται στο σταυροδρόμι πολλαπλών κρίσεων που σχεδίασε η Τουρκία με τη Ρωσία ως μέρος μιας προσπάθειας να αποδυναμώσουν την αποφασιστικότητα της Ευρώπης. Για παράδειγμα να δούμε τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης. Η Ευρώπη πρέπει να βρει γρήγορα νέες πηγές ενέργειας και πολλές από αυτές που είναι άμεσα διαθέσιμες βρίσκονται των αμφισβητούμενων θαλασσίων ζωνών στη λεκάνη της Μεσογείου. Οι υδρογονάνθρακες της Αλγερίας και της Λιβύης είναι προφανείς λύσεις, όπως και το υγροποιημένο φυσικό αέριο που μπορεί να εισαχθεί από το Κατάρ μέσω της Μεσογείου. Μακροπρόθεσμα, οι παράγοντες εργάζονται ήδη για να καλύψουν το κενό που αφήνει η αναμενόμενη απουσία ρωσικού φυσικού αερίου επιταχύνοντας την εκμετάλλευση των αποθεμάτων φυσικού αερίου που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα στις ακτές της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Κύπρου. Αυτά τα αποθέματα έχουν ήδη τροφοδοτήσει εντάσεις μεταξύ του Ελληνισμού και της Τουρκίας, ενώ αναμένεται ότι αυτές οι εντάσεις θα επιδεινωθούν και θα πυροδοτήσουν διχασμούς στο εσωτερικό της συμμαχίας.

Όσον αφορά την κρίση επισιτιστικής ασφάλειας, η μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών από την Ουκρανία έχει προκαλέσει τους εξαγωγείς να φέρουν τρόφιμα από την Ευρώπη στους μεγαλύτερους εισαγωγείς σιτηρών στον κόσμο στην Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Για να γίνει αυτό, δεν υπάρχει πρακτικά τρόπος να αποφευχθούν οι θαλάσσιοι δρόμοι της Μεσογείου, είτε για δημητριακά από τη Μαύρη Θάλασσα είτε για μεγάλους δυτικούς εξαγωγείς όπως η Γαλλία και η Ισπανία. Εάν η βόρεια Μεσόγειος δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες σε σιτηρά των νότιων και ανατολικών ακτών, θα τις καταδίκαζε σε ελλείψεις τροφίμων και επιδείνωση του πληθωρισμού, που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε πολιτική αστάθεια και μια άλλη μεταναστευτική κρίση. Όπως και το 2015, αυτό θα πρόσφερε στη Ρωσία την ευκαιρία να υποκινήσει εντάσεις όχι μόνο μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, αλλά και μεταξύ των συμμάχων του ΝΑΤΟ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κατηγορούνται ότι προκαλούν προβλήματα στην περιοχή και να αφήνουν τους Ευρωπαίους να πληρώσουν το τίμημα.

Η ήπια ισχύς που εφαρμόζεται από την Κίνα

Η Μεσόγειος παραμένει ένα κρίσιμο σημείο διέλευσης για το εμπόριο μεταξύ της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής και οι Κινέζοι ηγέτες το καταλαβαίνουν αυτό. Το Πεκίνο έχει επενδύσει στο λιμάνι του Πειραιά από το 2016. Επίσης, η Κίνα ξεκίνησε στην Αλγερία το 2021την κατασκευή και την ανάπτυξη λιμανιού, το οποίο πρόκειται να γίνει το δεύτερο μεγαλύτερο λιμάνι στην Αφρική. Τώρα το Πεκίνο επιδιώκει να πραγματοποιήσει παρόμοιες εξαγορές στη βορειοδυτική Μεσόγειο, έχοντας στοχεύσει πρόσφατα τα λιμάνια της Γένοβας, της Τεργέστης, και του Τάραντα που βρίσκεται στρατηγικά στη διασταύρωση της δυτικής και της ανατολικής Μεσογείου και φιλοξενεί μια σημαντική ναυτική βάση του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι τα μεσογειακά έργα της Κίνας είναι κυρίως μη στρατιωτικά δεν πρέπει να ξεγελάσει κανέναν. Η Κίνα κατανοεί την αξία του ελέγχου των “choke points” στη θάλασσα. Τελικά, το Πεκίνο μπορεί να αναζητήσει τρόπους για να αναπτύξει ένα λιμάνι διπλής χρήσης κάπου στην ευρωμεσογειακή περιοχή, αν όχι μια πλήρη στρατιωτική ναυτική βάση. Η Κίνα άνοιξε πρόσφατα την πρώτη της στρατιωτική βάση στο Τζιμπουτί. Αυτό το τοποθετεί στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, η οποία, μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, είναι το κύριο σημείο εισόδου στη Μεσόγειο. Η Κίνα χρησιμοποιεί οικονομικές ευκαιρίες και όχι σκληρή ισχύ για να αποκτήσει βάση σε βασικά λιμάνια, προτιμώντας τον οικονομικό έλεγχο από τη στρατιωτική ισχύ για την αύξηση της επιρροής της.

Αντιμετώπιση της άτακτης Τουρκίας

Η Τουρκία, παρά το γεγονός ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει επίσης ενστερνιστεί τον ρόλο του άτακτου συμμάχου στην αμφισβήτηση της υπάρχουσας τάξης στη θάλασσα. Στην προσπάθειά της να οικοδομήσει τη “γαλάζια πατρίδα” για να συνδέσει την Τουρκία με τις πλούσιες σε πόρους ακτές της Βόρειας Αφρικής, η Άγκυρα βρίσκεται σε διαμάχη κυρίως με τον Ελληνισμό και τη Γαλλία. Η κατανόηση και, εάν είναι απαραίτητο, η μεσολάβηση μεταξύ των αντικρουόμενων αξιώσεων αυτών των συμμαχικών μεσογειακών δυνάμεων θα αποτελέσει πρόκληση για τις ΗΠΑ. Εδώ, ο ρόλος του ΝΑΤΟ είναι ουσιαστικός, ιδιαίτερα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Υπάρχουν όμως και άλλες επιλογές. Μπορούμε να αναπτύξουμε ακόμη πιο ισχυρούς διμερείς δεσμούς με χώρες όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος ή η Ιορδανία για την προώθηση της ειρήνης και της σταθερότητας. Το ΝΑΤΟ θα πρέπει να είναι έτοιμο σε όλη την περιοχή και έναν Ευρωμεσογειακό Διάλογο για να πείσει τους εταίρους του να εξετάσουν τα ευρύτερα ζητήματα ασφάλειας και όχι τις τοπικές ή περιφερειακές συγκρούσεις. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει επίσης να θέσει σαφείς βασικούς κανόνες και να δημιουργήσει μια πληθώρα επιλογών για αντίποινα εναντίον των παραβατών όταν είναι απαραίτητο. Σε μια περιοχή όπου τα γεγονότα μπορούν να εξελιχθούν γρήγορα, ο Ελληνισμός πρέπει να δείξει ότι μπορεί να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και εάν οι συμμαχίες σπάσουν από τους εταίρους, να μπορέσουμε ακόμα να δράσουμε μονομερώς. Αυτό απαιτεί μια σαφή και συνεκτική στρατηγική που να δίνει έμφαση στην ελευθερία των θαλασσών.

Συμπεράσματα

Η ελληνική στρατηγική σκέψη πρέπει να προσαρμοστεί στις αλλαγές στο περιβάλλον ασφάλειας. Μερικοί στην Ελλάδα ακόμα δεν πιστεύουν ότι χρειαζόμαστε μια υψηλή στρατηγική, ενώ άλλοι θρηνούν τον σιωπηλό θάνατο της ελληνικής στρατηγικής. Πιστεύω ότι την τελευταία τριακονταετία οι μηχανισμοί στρατηγικής σκέψης και εφαρμογής μας είναι σκουριασμένοι και δεν διαθέτουμε τη γνωστική πειθαρχία για να διευθετήσουμε τις προτεραιότητες, προτιμώντας να παρακολουθούμε τους αντιπάλους μας και να ετεροπροσδιοριζόμαστε. Πολύ συχνά παρουσιάζεται η εθνική στρατηγική ως απλώς μια λίστα με σφαιρικούς στόχους σε μια ανούσια διάλεξη. Έτσι αφιερώνουμε πόρους σε μη συνδεδεμένους στόχους και προσαρμόζουμε ασύμβατα συμφέροντα ή αντιφατικές γραφειοκρατικές προτιμήσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολύ συχνά να ξοδεύουμε τους περιορισμένους πόρους χωρίς προτεραιότητες, μια πολυτέλεια των πλούσιων και διανοητικά τεμπέληδων ή απρόσεκτων. Αλλά αυτό κάνει η κακή στρατηγική.

Η γενιά μας θα λειτουργεί πλέον με έναν πιο περιορισμένο προϋπολογισμό για πόρους εθνικής ασφάλειας και με λιγότερους αξιόπιστους συμμάχους σε μια ευρύτερη βάση αποστολής, η οποία θα δημιουργήσει μια παρατεταμένη συζήτηση για τις εθνικές προτεραιότητες. Εν όψει των αυξανόμενων προκλήσεων, της διεύρυνσης των αποστολών σε νέους τομείς και των μειωμένων πόρων, απαιτείται μια πραγματική στρατηγική για τη διατήρηση και την επέκταση της εθνικής μας ικανότητας για να προωθήσουμε και να διασφαλίσουμε τα συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας. Όπως σημειώνουμε κάθε φορά, μια πραγματική στρατηγική πρέπει να σχετίζεται με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και μια κατανόηση ως προς τη θέση που επιδιώκουμε να αποκτήσουμε στη διεθνή σκηνή.

Παρά τους ισχυρισμούς για τον σιωπηλό θάνατο της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, ο Ελληνισμός παραμένει ικανός να αναπτύξει και να εφαρμόσει στρατηγική. Το πρώτο και κύριο συμφέρον επιβίωσης επιτάσσει άμεσα την ισορροπία δυνάμεων. Η διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων και η πρόσβασή μας στα διεθνή κοινά είναι απαραίτητη για το έθνος μας που είναι ναυτογενές. Αυτό σχετίζεται με την οικονομία μας και τις μελλοντικές προοπτικές της ναυπηγοκατασκευαστικής ικανότητας μας. Όπως τονίσαμε σε παλαιότερη ανάλυση για τη «Νέα Ναυτική Στρατηγική», η ευημερία μας εξαρτάται από τον έλεγχο της θάλασσας. Αυτό απαιτεί τη διατήρηση της παγκόσμιας εμβέλειας του εμπορικού μας στόλου και της ευέλικτης εμπλοκής του Πολεμικού Ναυτικού ακόμη και σε απομακρυσμένες θάλασσες. Αυτό άλλωστε είναι το ναυτικό. Είναι ένα εξαιρετικά φιλελεύθερο εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, για το καλύτερο ή το χειρότερο σενάριο, και αυτό πρέπει να αντικατοπτρίζεται στη γλώσσα της στρατηγικής. Η θαλάσσια ισχύς παρέχει ελευθερία ελιγμών και ευελιξία στρατηγικής και αξιοποιεί τις παγκόσμιες δικτυωμένες δυνάμεις που ζητούν οι ηγέτες του Ναυτικού.

Οι συμμαχίες και οι αμυντικές συνεργασίες συμβάλλουν στη συζήτηση και προσφέρουν ένα πλαίσιο για μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των σκοπών, των τρόπων και των μέσων της ελληνικής ασφάλειας. Η στρατηγική καθορίζει προτεραιότητες για τη διαμόρφωση της εθνικής ισχύος και των ενόπλων δυνάμεών μας για το μέλλον και όχι για το τώρα. Πιο κρίσιμα, οι συμμαχίες και οι αμυντικές συνεργασίες επιλύουν το αυξανόμενο χάσμα σε μια συνεκτική αλυσίδα τελικών τρόπων-μέσων που θα πρέπει να καθοδηγεί τη μεγάλη στρατηγική της Ελλάδας.

Σαφέστατα οι συμμαχίες και οι αμυντικές συνεργασίες χρειάζεται να έχουν αερο-ναυτική εστίαση, απασχολώντας το θαλάσσιο δυναμικό κυρίως ως στοιχείο της ανάπτυξης και της ασφάλειας. Το Πολεμικό Ναυτικό δεν χρειάζεται μετριοπαθείς ενέργειες σχετικά με τη συμβολή τους στην εθνική ασφάλεια. Είναι μια στρατηγική αναγκαιότητα εάν επιδιώκουμε να διατηρήσουμε τη τάξη που βασίζεται στην πρόσβαση στα κοινά για την ευημερία μας. Εν ολίγοις, η στρατηγική επιτυχία του 21ου αιώνα είναι συνώνυμη με τη συνεχή ανάπτυξη και συνετή εφαρμογή της θαλάσσιας ισχύος.

Οι θαλάσσιες ζώνες ήταν πάντα μια πολύπλοκη περιοχή, δύσκολο να την βάλεις μέσα σε ένα μόνο κουτί. Οι θαλάσσιες στρατηγικές στην περιοχή μας έχουν πολύ συχνά εστιασθεί στρατιωτικά, με τα πολιτικά και οικονομικά στοιχεία να μοιράζονται γραφειοκρατικά μεταξύ της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Αυτή η διάσπαση έχει γίνει μη βιώσιμη. Καθώς η Μεσόγειος γίνεται πιο ταραγμένη, θα πρέπει να γίνει σαφής προσπάθεια για υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης στρατηγικής, με σκοπό να, συγκεντρώνει στρατιωτική, γεωοικονομική και πολιτική δύναμη για να διατηρήσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και τη σταθερότητα.

 

 

*Ο Υποναύαρχος (εα) Δημήτριος Τσαϊλάς ΠΝ δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, είναι μέλος και ερευνητής του Ινστιτούτου για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια.

 

 

 

 

 

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail
Geopolitics & Daily News Copyrights Reserved 2024