Τε. Μαΐ 22nd, 2019

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ. ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

Του Θαλή Ν. Καραγιαννόπουλου,
Δικηγόρου, πρώην επιστημονικού συνεργάτη της Βουλής των Ελλήνων.

 

Όταν καλείται κάποιος ν’ αναφερθεί  στις βασικές πτυχές των ελληνοαλβανικών σχέσεων είναι αναπόφευκτη νομίζω μια αναδρομή στο παρελθόν.

Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα από τις ιστορικές περιστάσεις υπό τις οποίες δημιουργήθηκε και οριοθετήθηκε το κράτος που μάς συνορεύει βορειοδυτικά.

Ο αλβανικός εθνικισμός υπήρξε ο πιο όψιμος στην χερσόνησο του Αίμου. Η αλβανική εθνογένεση εν πολλοίς υποκινήθηκε από την Αυστροουγγαρία και την Ιταλία. Οι δύο αυτές δυνάμεις ήθελαν το υπό ίδρυση κράτος σαν προγεφύρωμα των ιμπεριαλιστικών τους βλέψεων εκείθεν της Αδριατικής. Μέχρι την ανακήρυξη της αλβανικής «ανεξαρτησίας» από τον Ισμαήλ Πασά Βλιώρα, την 28 Νοεμβρίου 1912 στην Αυλώνα, πέρα από κάποιους κύκλους που συνδέονταν και χρηματοδοτούντο από ξένες δυνάμεις της εποχής, οι κάτοικοι του Νότου της Αλβανίας, κάτω από τον Γενούσο ποταμό και της Βορείου Ηπείρου, μαζί και πολλοί μουσουλμάνοι, επηρεάζονταν πολιτισμικά και οικονομικά από την Ελλάδα. Αντιθέτως, οι βόρειοι πληθυσμοί, στην συντριπτική τους πλειοψηφία μουσουλμανικοί, θεωρούσαν τον τόπο τους ως αναπόσπαστο τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εκτός από την καθολική μειονότητα, που έβλεπε προς το Βατικανό και την Αυστροουγγαρία.

Ο θρησκευτικός, γεωγραφικός και γλωσσικός διαχωρισμός, μαζί και η ιδιομορφία που πηγάζει από την απομόνωση και τις αρχέγονες κοινωνικές συνθήκες εν πολλοίς παραμένουν και σήμερα, 100 και πλέον χρόνια από την δημιουργία του κράτους και καθιστούν προβληματικές την ενότητα και την λειτουργία του. Αυτά επιτείνονται και από την βαθειά επιφυλακτικότητα – για να χρησιμοποιηθεί ένας ήπιος όρος – των  πληθυσμών της Αλβανίας έναντι των Κοσσοβάρων. Οι τελευταίοι βρίσκονται σήμερα σε πλεονεκτικότερη οικονομική και επομένως πολιτική θέση από τους κατοίκους του αλβανικού κράτους. Αυτό οφείλεται στην υπεροχή των δομών του παλιού γιουγκοσλαβικού κράτους, στην δυνατότητα πρώιμης μετανάστευσης στην Δυτική Ευρώπη, ήδη από την δεκαετία του 1960, στην επιτυχή ενασχόληση πολλών Κοσσοβάρων σε επικερδείς, συχνά  παράνομες δραστηριότητες, αλλά και στην δημογραφική ζωτικότητα, που πηγάζει από την θρησκεία και τον κεκτημένο ανταγωνισμό έναντι των Σέρβων. Σήμερα οι Κοσσοβάροι εποικίζουν το αλβανικό κράτος, αναδεικνύονται σε ύπατα πολιτικά αξιώματα και προκαλούν με την αυξανόμενη επιρροή τους στα αλβανικά πράγματα την επιφυλακτικότητα, τουλάχιστον, των κυρίως Αλβανών, ειδικά των νοτίων (Λιάπηδων και χριστιανών).

Την επαύριο της πτώσης του κομμουνιστικού καθεστώτος η πολιτική τάξη που αναδείχθηκε στην γειτονική μας χώρα ήταν η χειρότερη δυνατή. Τούτο οφείλεται στην εγγενή υπανάπτυξη, οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική, αλλά και στην ασύγκριτη βαρβαρότητα του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε ο Εμβέρ Χότζα. Τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, που αποτελούσαν την «ελίτ» που καταδυνάστευε τον αλβανικό λαό όπως ποτέ δεν καταδυναστεύθηκε άλλος ευρωπαικός λαός και εν συνεχεία τα παιδιά και οι συγγενείς των προσώπων αυτών, κυβερνούν και ελέγχουν ασφυκτικά την σημερινή Αλβανία, τρεις δεκαετίες ύστερα από την υποτιθέμενη μεταπολίτευση. Το φαινόμενο των κομμουνιστών γραφειοκρατών που μετατράπηκαν σε μια νύχτα σε ολιγάρχες και ηγέτες ημικρατικών φατριών παρατηρήθηκε σ’ όλη την Ανατολική Ευρώπη. Στην περίπτωση ωστόσο της Αλβανίας, κράτος, διοίκηση, ολιγάρχες και «επιχειρηματική» μαφία ταυτίσθηκαν όσο πουθενά αλλού. Ο σημερινός πρωθυπουργός Ράμα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η έλλειψη οποιουδήποτε ίχνους πολιτικής συνείδησης και δημοκρατικής παιδείας, σε συνδυασμό με την τυχοδιωκτική και ανεύθυνη συμπεριφορά ενός καλομαθημένου γόνου του καθεστώτος Χότζα, συνιστούν ένα εκρηκτικό και ανεξέλεγκτο συνδυασμό, ευεπίφορο στην διαφθορά και στις ξένες εξαρτήσεις.

Ο αλβανικός παράγοντας έχει αναδυθεί ως ο κατ’ εξοχήν αναθεωρητικός στα Βαλκάνια, ιδίως μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την δραματική απομόνωση της Σερβίας. Η ανημπόρια της Ρωσίας να προστατεύσει την «ομόδοξη» Σερβία ίσως είναι διδακτική για όσους Έλληνες διατηρούν ή και εκμεταλλεύονται αυταπάτες περί «ξανθού γένους». Όσο κι αν φαίνεται τον τελευταίο καιρό να έχει κοπάσει η αλβανική οίηση, υπάρχουν σίγουρα ξένοι παράγοντες που κραδαίνουν τον αλβανικό «μπαμπούλα» και προς την Ελλάδα, που αποδυναμωμένη ύστερα από 10 χρόνια οικονομικού μαρασμού, που ήλθε ως κατάληξη της μακράς ηθικής και πολιτισμικής χρεωκοπίας, στέκεται άβουλος και  παθητικός παρατηρητής των τεκταινομένων.

Η εν ψυχρώ κρατική δολοφονία του Δεροπολίτη Κωνσταντίνου Κατσίφα, ανήμερα την επέτειο της εθνικής μας εορτής της 28ης Οκτωβρίου, δίνει το μέτρο του σεβασμού που επιδεικνύει το αλβανικό καθεστώς προς την ελληνική κοινότητα και κατ’ επέκταση προς το  ελληνικό έθνος και κράτος. Η υποτονική (κατά τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό) επίσημη ελληνική αντίδραση επιβεβαιώνει ότι οι Βορειοηπειρώτες έχουν εγκαταλειφθεί τελείως από αυτούς που ασκούν την ελληνική εξωτερική πολιτική.

 

Διαβάστε επίσης:Θ. Καραγιαννόπουλος: Η μειονότητα της Β.Ηπείρου αποτελεί μια μικρή, αυτόχθονα, αρχέγονη Ελλάδα.

 

Θα ήταν επιφανειακή μια ερμηνεία, που θα απέδιδε την ελληνική απραξία μονάχα στις ιδεολογικές αγκυλώσεις και στις εθνομηδενιστικές αντιλήψεις αυτών που τώρα κυβερνούν. Με την εξαίρεση κάποιων μέτρων που ελήφθησαν από κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ (διευκόλυνση και ένταξη των Βορειοηπειρωτών, παροχή συντάξεων ΟΓΑ κλπ) και της αδικαιολόγητα καθυστερημένης απόδοσης της ελληνικής υπηκοότητας από την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, η πολιτική του Αθηναικού κράτους στο μειονοτικό και πολιτικό ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, χρωματίζεται αρνητικά.

Συμπαγείς πληθυσμοί εκατοντάδων χιλιάδων ομογενών ενθαρρύνθηκαν να μεταναστεύσουν μόνιμα στην Ελλάδα, ενώ το αλβανικό κράτος μετέρχεται κάθε τρόπο ώστε να εποικίσει τα χωριά και τις πόλεις τους με αλβανικούς πληθυσμούς.

Κύριοι μοχλοί του αλβανικού κράτους και παρακράτους στην διαχρονική προσπάθειά τους να ξερριζώσουν τους Έλληνες από την Βόρειο Ήπειρο είναι οι πιέσεις, οι απειλές και οι εκβιασμοί, η απροκάλυπτη βία και η άρνηση σεβασμού των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων των ομογενών.  Η Αλβανία είναι η μόνη «ευρωπαική» χώρα, που αρνείται να αποδώσει στους υπηκόους της την περιουσία τους. Αποσκοπώντας απροκάλυπτα στον αφελληνισμό, ιδίως στα παράλια που εκτείνονται από τα σύνορα μέχρι την Αυλώνα, και  στον σφετερισμό των περιουσιών των ομογενών, το αλβανικό κράτος έχει θέσει σ’ εφαρμογή, από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Σαλί Μπερίσα ήδη, ένα πλέγμα αλληλοαντικρουόμενων νομοθετικών ρυθμίσεων, που καθιστά αδύνατη την επιτυχή διεκδίκηση των πατρογονικών περιουσιών εκ μέρους των Ελλήνων. Αντιθέτως, διευκολύνεται η αρπαγή και η εγγραφή στα υποθηκοφυλακεία όσων ελληνικών περιουσιών καταλαμβάνονται από μέλη της μαφιόζικης «ελίτ» και εποίκους. Η προσφυγή στην αλβανική δικαιοσύνη αποτελεί άσχημο ανέκδοτο, καθώς ουδεμία εγγύηση ανεξαρτησίας και νομιμότητας υπάρχει.

Την ίδια ώρα καμμία σημαντική παρέμβαση ή επένδυση δεν γίνεται στον χώρο της Βορείου Ηπείρου, ενώ και οι υπάρχουσες δομές (Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου, σχολεία, έργα υποδομής) έχουν αφεθεί στο έλεος του Θεού.

Είναι ανεξήγητη η αδιαφορία του Αθηναϊκού κράτους απέναντι σ’ αυτές τις εξελίξεις, που απειλούν να καταστρέψουν τα υπολείμματα της τρισχιλιετούς ελληνικής παρουσίας στην Βόρειο Ήπειρο. Η απουσία κάθε ενεργού πολιτικής είναι καταστροφική, για  λόγους πρωτίστως εθνικής ασφαλείας της Ελλάδος, δημογραφικούς και δευτερευόντως οικονομικούς και εμπορικούς.

Οι κομψές προειδοποιήσεις περί εμποδίων στην «ευρωπαική πορεία» της Αλβανίας δεν αποτελούν πραγματική πίεση για ανθρώπους του είδους του κ. Ράμα, ο οποίος ακολουθεί πιστά τις διδαχές της αλβανικής ιστορίας. Διαχρονικά οι κυβερνώντες το κράτος αυτό, που προσφυώς έχει αποκληθεί από αξιωματούχους της Ευρωπαικής Ενώσεως «Κολομβία της Ευρώπης», αναζητούν προστάτες και πλειοδότες. Πριν ένα αιώνα ήταν η Αυστρία και η Ιταλία. Κατόπιν, διαδοχικά, το καθεστώς Μουσσολίνι, η ναζιστική Γερμανία, η Γιουγκοσλαβία του Τίτο, η Ρωσσία, η Κίνα και ύστερα οι ΗΠΑ του κ. Κλίντον. Τώρα φαίνεται να «προστατεύονται» από τους κκ. Σόρος και Ερντογάν. Αμφιβάλλω κατά πόσον ο κ. Ράμα και το καθεστώς του θα ήθελαν να φορτωθούν τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται το να είσαι μέλος της Ευρωπαικής Ένωσης, αποποιούμενοι τις ανέσεις της ανεξέλεγκτης, άνομης εξουσίας που ασκούν στον δύσμοιρο γειτονικό λαό.

Απαιτείται δυναμική αντιμετώπιση και επαναπροσδιορισμός των ελληνοαλβανικών σχέσεων, με ενεργό πολιτική και πρωτοβουλίες, που ίσως «ξεβολεύουν» τις μακάριες αθηναικές υπηρεσίες. Υπάρχει το νομικό και πολιτικό πλαίσιο που μπορεί να εξαναγκάσει την Αλβανία να σεβασθεί και να επιτρέψει στους Βορειοηπειρώτες να ακολουθήσουν την δική τους, ευρωπαική πορεία στους τόπους τους, δεδομένου ότι κατέχουν διπλή υπηκοότητα. Η επικαιροποίηση του Πρωτοκόλλου της  Κέρκυρας, σε συνδυασμό με τις διεθνείς και ευρωπαικές συμβάσεις για τα δικαιώματα των μειονοτήτων αποτελεί υποχρέωση της Ελλάδος, τόσο επειδή αφορά απαράγραπτα και νομικώς εγγυημένα δικαιώματα ομογενών, όσο και ως ζήτημα ασφαλείας του ίδιου του Ελληνικού κράτους, που θα πρέπει να αποτρέψει την κύκλωσή του από εχθρικούς πληθυσμούς, εν δυνάμει φιλικούς και υποβοηθητικούς των τουρκικών διαχρονικών επιδιώξεων.

Το άλλο σημαντικό ζήτημα είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ των δύο κρατών, χωρίς παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, με πλήρη σεβασμό της υφαλοκρηπίδας των Διαποντίων Νήσων.

Από την διορατικότητα της πολιτικής, πνευματικής και οικονομικής μας ηγεσίας θα εξαρτηθεί αν το γειτονικό κράτος θα εξελιχθεί σ’ ένα είδους «Σκωτίας της Ελλάδος» – τηρουμένων φυσικά των αναλογιών –  ή θα παραμείνει άντρο ανομίας και διαρκής βάση των εχθρών μας. Η παρουσία των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα και πρωτίστως η δυναμική, ανεμπόδιστη ανάπτυξη των ελληνικών κοινοτήτων στην Βόρειο Ήπειρο μπορούν να σφυρηλατήσουν ακατάλυτους δεσμούς. Οι δεκάδες χιλιάδες Αλβανοί που μεγαλώνουν και μορφώνονται στην Ελλάδα θα συμβάλουν, ώστε να εκριζωθεί η προκατάληψη έναντι των Ελλήνων που καλλιεργείται δολίως από τους μετακομμουνιστές ολιγάρχες. Η ειρήνη και συνεργασία ταυτίζονται με το εθνικό συμφέρον και των δύο λαών. Υπό την προυπόθεση ότι το αθηναικό κράτος θα επεξεργαστεί και θα εφαρμόσει εθνικά ανεξάρτητο, μακροπρόθεσμο και αποτελεσματικό σχέδιο για τα θέματα αυτά, που υπερβαίνουν την πλατεία Κολωνακίου, τα ακριβά προάστια  και τους φορολογικούς παραδείσους.

 

Σημείωση: Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία της Κυριακής” στις 14.04.19

πηγή:http://www.anixneuseis.gr/

Facebooktwittergoogle_plusredditpinterestlinkedinmail
2019 Copyright © All rights reserved - Geopolitics & Daily News | Newsphere by AF themes.