04/03/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Πώς η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας δεν θα αποβεί καταστροφική

Γράφει ο Κέβιν Ραντ*
Foreign Affairs 

Ren Chenming / Color China Photo / AP

Οι Αμερικάνοι και Κινέζοι αξιωματούχοι μπορεί να μην συμφωνούν σε πολλά, αλλά υπάρχουν ένα σημείο στο οποίο συμφωνούν, και αυτό είναι πως ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο χωρών θα εισέλθει σε μια αποφασιστική φάση την δεκαετία του 2020. Αυτή θα είναι μια ιδιαίτερα επικίνδυνη δεκαετία. Ανεξάρτητα από τις στρατηγικές που ακολουθούν οι δύο πλευρές ή ποια γεγονότα εξελίσσονται, η ένταση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας θα αυξηθεί και ο ανταγωνισμός θα ενταθεί. Ωστόσο δεν είναι το ίδιο αναπόφευκτο και το ενδεχόμενο ενός πολέμου, αφού εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο οι δυο χώρες να καθορίσουν τις δικλείδες ασφαλείας που θα αποτρέψουν την καταστροφή. Ένα κοινό πλαίσιο  που αποκαλώ «διαχειριζόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό», το οποίο θα μείωνε τον κίνδυνο του ανταγωνισμού να κλιμακωθεί σε ανοιχτές συγκρούσεις.

 

Το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι όλο και πιο πεπεισμένο πως στο τέλος της δεκαετίας η κινεζική οικονομία θα έχει επιτέλους ξεπεράσει αυτή των ΗΠΑ και θα γίνει η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε όρους ΑΕΠ. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το Πεκίνο, καθώς θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την πεποίθηση, την επιθετικότητα και το πλεονέκτημα της Κίνας στο αλισβερίσι με τις ΗΠΑ, ενώ ενδεχομένως να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της κυριαρχίας του δολαρίου ως του βασικού παγκόσμιου αποθετικού νομίσματος.

Την ίδια ώρα, το Πεκίνο συνεχίζει να κάνει πρόοδο σε άλλα μέτωπα, όπως οι νέες τεχνολογίες όπου σκοπεύει να καταστεί κυρίαρχος μέχρι το 2035 και ο εκσυγχρονισμός του στρατιωτικού προγράμματος μέχρι το 2027, με βασικό στόχο η Κίνα να αποκτήσει αποφασιστικό πλεονέκτημα σε όλα τα ενδεχόμενα σενάρια μιας σύγκρουσης με τις ΗΠΑ για την Ταϊβάν. Μια νίκη σε μια τέτοια σύγκρουση θα επέτρεπε στον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκg να προχωρήσει σε βίαιη επανένωση με την Ταϊβάν προτού αποχωρήσει από την εξουσία – μια κίνηση που θα τον ανέβαζε στο ίδιο επίπεδο με τον Μάο Τσετούνγκ.

Έτσι, η Ουάσιγκτον πρέπει να αποφασίσει γρήγορα πώς θα αντιδράσει στην ατζέντα του Πεκίνου. Αν επιλέξει την οικονομική απεμπλοκή και την ανοικτή αντιπαράθεση, τότε κάθε χώρα του κόσμου θα αναγκαστεί να ταχθεί με τη μία ή την άλλη πλευρά, αυξάνοντας τον κίνδυνο κλιμάκωσης.

Πολλοί αμφιβάλουν πως οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας θα καταφέρουν να καταλήξουν σε κάποιο πλαίσιο για να διαχειριστούν τις διπλωματικές σχέσεις, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις δραστηριότητες στον κυβερνοχώρο εντός συμφωνημένων παραμέτρων που θα μεγιστοποιούν τη σταθερότητα, θα αποφεύγουν την κλιμάκωση από ατύχημα και θα δημιουργούν χώρο τόσο για ανταγωνιστικές όσο και για συνεργατικές δυνάμεις στις σχέσεις τους.

Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, οι δυο χώρες πρέπει να εξετάσουν κάτι που θα μοιάζει με τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που δημιούργησαν οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση για να διαχειριστούν τις σχέσεις τους μετά την πυραυλική κρίση στην Κούβα.

Για έναν διαχειρίσιμο στρατηγικό ανταγωνισμό θα χρειάζονταν να καθοριστούν ορισμένα αυστηρά όρια στις πολιτικές ασφαλείας και τη συμπεριφορά της κάθε χώρας, αλλά αυτό θα έδινε τη δυνατότητα για έναν πλήρη και ανοικτό ανταγωνισμό στο διπλωματικό, οικονομικό και ιδεολογικό πεδίο. Επίσης, θα καθιστούσε δυνατή τη συνεργασία μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου σε ορισμένους τομείς, μέσω διμερών διακανονισμών και πολυμερών φόρουμ. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα ήταν δύσκολο να δημιουργηθεί, ωστόσο εξακολουθεί να είναι εφικτό, τονίζει, προειδοποιώντας πως οι εναλλακτικές πιθανότατα θα ήταν καταστροφικές.

Η οπτική της Κίνας

 

Οι ΗΠΑ δεν έχουν δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις εσωτερικές πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που καθοδηγούν τη στρατηγική της Κίνας, ούτε στο περιεχόμενό της, με τη συζήτηση να επικεντρώνεται στο τί πρέπει να κάνουν οι ΗΠΑ, χωρίς να δίνουν σκέψη στο αν οι ενέργειες μπορεί να οδηγήσουν σε πραγματική αλλαγή της στρατηγικής πορείας της Κίνας. Ως παράδειγμα της μυωπικής προσέγγισης των ΗΠΑ φέρνει τις δηλώσεις του πρώην υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, που ουσιαστικά ζήτησε τον περασμένο Ιούλιο ανατροπή καθεστώτος στην Κίνα.

Ωστόσο, δεν αναλογίστηκε πως το μόνο που θα μπορούσε να κάνει τον κινεζικό λαό να εξεγερθεί εναντίον του κομματικού κράτους θα ήταν η οργή του για τον τρόπο που το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αντιμετωπίζει την ανεργία, ή τον κακό χειρισμό της πανδημίας, ή την τεράστια κλιμάκωση της πολιτικής καταστολής. Και πάλι όμως η ενθάρρυνση μιας τέτοιας δυσαρέσκειας, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ, πιθανότατα θα εμπόδιζε τελικά την όποια αλλαγή, ενώ δεν θα είχε στήριξη από τους συμμάχους, δεδομένου ότι οι προσπάθειες αλλαγής καθεστώτων δεν υπήρξαν ιδιαίτερα επιτυχημένες τις τελευταίες δεκαετίες.

Επιπλέον, δηλώσεις όπως αυτές του Pompeo είναι εν τέλει αντιπαραγωγικές, διότι ουσιαστικά ενισχύουν τη θέση του Σι Τζίνπινγκ, επιτρέποντας του να παραπέμπει στην απειλή ξένης υποκίνησης για να δικαιολογήσει τα όλο και πιο αυστηρά μέτρα που λαμβάνει για την εσωτερική ασφάλεια και να συσπειρώσει την ελίτ του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας ενάντια στην εξωτερική απειλή. Αυτό μάλιστα έχει ιδιαίτερη σημασία για τον Σι, ο οποίος στοχεύει να παραμείνει στην εξουσία μέχρι το 2035.

Η πανδημία Covid-19 σε συνδυασμό με την επιβράδυνση της οικονομίας δημιούργησαν κάποιο πρόβλημα στον Σι στις αρχές του 2020, ωστόσο με τον τρόπο που χειρίστηκε την πανδημία –σε αντιδιαστολή με τον τρόπο που την χειρίστηκα ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ αλλά και αρκετές άλλες χώρες της Δύσης- απέκτησε τη φήμη στα κινεζικά μέσα ενημέρωσης του «μεγάλου οδηγού και ηγέτη». Το ΚΚΚ μάλιστα παραπέμπει σε αυτούς τους κακούς χειρισμούς ως απόδειξη της εγγενούς ανωτερότητας του κινεζικού αυταρχικού συστήματος.

Εν τω μεταξύ, ο Σι θεωρεί πως η κινεζική οικονομία είναι πλέον αρκετά ισχυρή για να αντέξει και ξεπεράσει τις κυρώσεις των ΗΠΑ που επιβάλλονται με αφορμή την καταστολή της μειονότητας των Ουιγούρων και τις εκστρατείες καταστολής στο Χονγκ Κονγκ, την Μογγολία και το Θιβέτ, ενώ εκτιμάται πως οι μονομερείς κυρώσεις από την πλευρά των ΗΠΑ είναι απίθανο να υιοθετηθούν από άλλες χώρες, υπό τον φόβο αντιποίνων από την Κίνα.

Στο μεταξύ, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας παραμένει ευάλωτο στη ζημιά που μπορεί να προκληθεί στο παγκόσμιο brand της Κίνας από τις συνεχιζόμενες αποκαλύψεις για τον τρόπο που συμπεριφέρεται στις μειονότητες.

Επίσης, ο Σι θέλει να πετύχει την αυτάρκεια της Κίνας προκειμένου να αποτρέψει την όποια προσπάθεια της Ουάσιγκτον να αποσυνδέσει την οικονομία των ΗΠΑ από αυτήν της Κίνας ή να χρησιμοποιήσει τον έλεγχο που έχει επί του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος για να μπλοκάρει την άνοδο της Κίνας. Εξ ου και η στροφή της Κίνας από την εξαγωγική εξάρτηση προς την εσωτερική κατανάλωση ως μακροπρόθεσμου «οδηγού» της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και το σχέδιο της να προσελκύσει ξένους επενδυτές και προμηθευτές στην μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου, με τους δικούς της όρους. Άλλωστε, πρόσφατα ο Σι ανακοίνωσε μια νέα στρατηγική για την τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη και τη μεταποίηση προκειμένου να μειώσει την εξάρτηση της Κίνας από τις εισαγωγές ορισμένων βασικών τεχνολογιών, όπως οι ημιαγωγοί.

Το πρόβλημα σε αυτή την προσέγγιση είναι πως βάζει σε προτεραιότητα τον έλεγχο από το κόμμα και τις κρατικές επιχειρήσεις, αντί του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα ο Σι να αντιμετωπίζει το γνωστό δίλημμα που αντιμετωπίζουν όλα τα αυταρχικά καθεστώτα: πώς να σφίξει τον κεντρικό πολιτικό έλεγχο χωρίς να εξαλείφει τον επιχειρηματικό δυναμισμό.

Παρόμοιο είναι το δίλημμα που θα αντιμετωπίσει σε ό,τι αφορά την εξασφάλιση του ελέγχου της Ταϊβάν, όπου πλέον οι πιθανότητες ειρηνικής επανένωσης είναι ελάχιστες. Στρατηγική του Σι, πλέον, είναι να αυξήσει το επίπεδο της στρατιωτικής ισχύος στα Στενά της Ταϊβάν, τόσο που οι ΗΠΑ να μην είναι πλέον πρόθυμες να πολεμήσουν σε μια μάχη που η ίδια η Ουάσιγκτον έχει κρίνει πως πιθανότατα θα έχανε. Χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ, ο Σι πιστεύει πως η Ταϊβάν είτε θα συνθηκολογήσει ή θα πολεμήσει μόνη της και θα χάσει.

Το Πεκίνο φαίνεται να έχει συμπεράνει πως οι ΗΠΑ δεν θα πολεμούσαν ποτέ έναν πόλεμο που δεν θα κέρδιζαν, διότι αυτό θα ήταν καταστροφικό για το μέλλον της αμερικανικής δύναμης, του κύρους και της θέσης της παγκοσμίως. Ωστόσο, δεν φαίνεται να υπολογίζει την πιθανότητα να συμβεί το αντίθετο: το ενδεχόμενο δηλαδή οι ΗΠΑ να μην στηρίξουν μια άλλη δημοκρατία, οι σύμμαχοι να συμπεράνουν πως οι αμερικανικές εγγυήσεις περί ασφάλειας είναι άχρηστες και να επιδιώξουν να κάνουν δικούς τους διακανονισμούς με την Κίνα.

Σε ό,τι αφορά τις διεκδικήσεις στην Ανατολική Κίνα και τη Νότια Σινική Θάλασσα,  ο Σι δεν θα υπαναχωρήσει ούτε εκατοστό και το Πεκίνο θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις, χωρίς ωστόσο να φτάνει στο σημείο μιας πρόκλησης τέτοιας που να μπορεί να προκαλέσει άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον, αφού αυτή τη στιγμή η Κίνα δεν είναι απόλυτα πεπεισμένη πως θα κέρδιζε.

Όλες αυτές οι στρατηγικές επιλογές έχουν να κάνουν με την πεποίθηση του Σι πως οι ΗΠΑ βιώνουν μια σταθερή και μη αναστρέψιμη διαρθρωτική πτώση και πως η Ουάσιγκτον είναι εξαιρετικά απίθανο να ανακτήσει την αξιοπιστία και εμπιστοσύνη της ως περιφερειακός και παγκόσμιος ηγέτης. Και στοιχηματίζει πως καθώς προχωρά η επόμενη δεκαετία, οι άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες θα αποκτήσουν την ίδια άποψη και θα αρχίσουν να προσαρμόζουν αναλόγως τη στρατηγική τους στάση, στρεφόμενοι σταδιακά από τις ασκήσεις ισορροπίας μεταξύ των δυο δυνάμεων, στην στροφή προς την Κίνα.

Όμως, η Κίνα ανησυχεί για το ενδεχόμενο η Ουάσιγκτον, στο χρονικό διάστημα μέχρι να υποχωρήσει η δύναμή της, να ξεσπάσει κατά του Πεκίνου και όχι μόνο με μια στρατιωτική σύγκρουση, αλλά και με μια ταχεία και ακραία οικονομική αποσύνδεση. Επιπλέον, το διπλωματικό κατεστημένο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας ανησυχεί πως η κυβέρνηση Biden, αντιλαμβανόμενη πως σύντομα οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν να τα βάλουν με την Κίνα μόνες τους, μπορεί να σχηματίσει έναν αποτελεσματικό συνασπισμό χωρών του δημοκρατικού κόσμου με ξεκάθαρο στόχο να αντισταθμίσουν συλλογικά την Κίνα. Αυτός είναι και ο λόγος που η Κίνα ενήργησε ταχύτατα για να εξασφαλίσει νέες συμφωνίες εμπορίου και επενδύσεων στη Ασία και την Ευρώπη πριν αναλάβει την εξουσία η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Προσέχοντας αυτόν τον συνδυασμό βραχυπρόθεσμων κινδύνων και των μακροπρόθεσμων ισχυρών στοιχείων της Κίνας, η γενικότερη διπλωματική στρατηγική του Σι έναντι της κυβέρνησης Μπάιντεν θα είναι να αποκλιμακώσει τις άμεσες εντάσεις, να σταθεροποιήσει τη διμερή σχέση όσο το δυνατόν πιο νωρίς και να κάνει ό,τι είναι δυνατό για να αποτρέψει κρίσεις ασφάλειας. Για τον σκοπό αυτό, το Πεκίνο θα επιδιώξει να ανοίξει πλήρως τις γραμμές υψηλού επιπέδου στρατιωτικής επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είχαν κλείσει υπό την κυβέρνηση Tραμπ, και ίσως μετριάζει τη στρατιωτική του δραστηριότητα στο άμεσο μέλλον σε περιοχές όπου ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός έχουν επαφή, ιδιαίτερα στη Νότια Σινική Θάλασσα και γύρω από την Ταϊβάν.

Καθώς ο Σι θα προσπαθεί να μειώσει τις εντάσεις βραχυπρόθεσμα, θα πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να επιδιώκει την σκληροπυρηνική στρατηγική του εναντίον της Αυστραλίας, του Καναδά και της Ινδίας, που είναι φίλοι ή σύμμαχοι των ΗΠΑ, ενώ επίσης θα επιδιώξει να συνεργαστεί με τον Μπάιντεν στο θέμα της κλιματικής αλλαγής.

Ωστόσο, οι προσαρμογές της κινεζικής πολιτικής σε αυτές τις γραμμές πιθανότατα θα είναι αλλαγές τακτικής και όχι στρατηγικής.

 

Υπό νέα κυβέρνηση

Η κινεζική ηγεσία θα προτιμούσε να επανεκλεγεί ο Τραμπ, παρά το γεγονός πως η εξωτερική του πολιτική δεν έδωσε «πόντους» στην Κίνα: ο εμπορικός πόλεμος που εξαπέλυσε η κυβέρνηση Tραμπ υπήρξε εξευτελιστικός για το Πεκίνο, οι κινήσεις της Ουάσιγκτον για αποσύνδεση των δυο οικονομιών προκάλεσαν ανησυχία, οι επικρίσεις που δέχθηκε ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν προσβλητικές και ο επίσημος χαρακτηρισμός της Κίνας ως «στρατηγικού ανταγωνιστή» ήταν ανησυχητικός. Όμως, μεγάλο μέρος του κινεζικού κατεστημένου θεωρεί πως η αλλαγή του κλίματος των ΗΠΑ έναντι της Κίνας ήταν δομική και ένα αναπόφευκτο υποπροϊόν της αλλαγής της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των δυο χωρών.

Από την άλλη πλευρά, όμως, το χάος που δημιούργησε εντός των ΗΠΑ και μεταξύ της Ουάσιγκτον και των συμμάχων, ήταν το μεγαλύτερο δώρο που έκανε ο Tραμπ στο Πεκίνο. Η Κίνα μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις πολλές ρωγμές που δημιουργήθηκαν στις φιλελεύθερες δημοκρατίες καθώς προσπαθούσαν να πλοηγηθούν εν μέσω του προστατευτισμού του Tραμπ, του αρνητισμού του για την κλιματική αλλαγή, του εθνικισμού του και της περιφρόνησής του για όλες τις μορφές πολυμέρειας.

Το αποτέλεσμα ήταν η Κίνα να επωφεληθεί της απουσίας των ΗΠΑ και να σημειώσει νίκες όπως η τεράστια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού καθώς και η Ολοκληρωμένη Συμφωνία Επενδύσεων ΕΕ-Κίνας.

Η Κίνα είναι επιφυλακτική ως προς την ικανότητα του Μπάιντεν να βοηθήσει τις ΗΠΑ να ανακάμψουν από αυτόν τον αυτοτραυματισμό, ωστόσο παραμένει αισιόδοξη πως η εγγενώς διχαστική φύση της αμερικανικής πολιτικής θα καταστήσει αδύνατο για τη νέα κυβέρνηση να ισχυροποιήσει τη στήριξη για οποιαδήποτε στρατηγική της έναντι της Κίνας.

 

Chinese Coast Guard vessels passing Philippine fishing boats in the South China Sea, April 2017
Erik De Castro / Reuters


Ο Μπάιντεν όμως σκοπεύει να αποδείξει πως το Πεκίνο κάνει λάθος στην εκτίμησή του πως οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μη αναστρέψιμη πτώση. Θα επιδιώξει να αξιοποιήσει την πολυετή εμπειρία του στο Καπιτώλιο για να δημιουργήσει μια εγχώρια οικονομική στρατηγική που θα ξαναχτίσει τα θεμέλια της αμερικανικής εξουσίας στον κόσμο μετά την πανδημία, ενώ είναι επίσης πιθανό να συνεχίσει να ενισχύει τις ικανότητες του αμερικανικού στρατού και να κάνει ό,τι χρειαστεί για να διατηρήσει την αμερικανική παγκόσμια τεχνολογική ηγεσία.

Για να είναι αξιόπιστη η στρατηγική του, ο Μπάιντεν θα πρέπει να διασφαλίσει πως ο αμερικανικός στρατός θα συνεχίσει να βρίσκεται αρκετά βήματα μπροστά από τις όλο και προηγμένες στρατιωτικές ικανότητες της Κίνας. Αυτό το εγχείρημα θα είναι δύσκολο λόγω των περιορισμών στον προϋπολογισμό αλλά και λόγω των πιέσεων από ορισμένες ομάδες του Δημοκρατικού κόμματος που ζητούν μείωση των στρατιωτικών δαπανών για να ενισχυθούν τα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας.

Για να θεωρήσει αξιόπιστη τη στρατηγική του Μπάιντεν το Πεκίνο, η κυβέρνησή του θα πρέπει να μην υποχωρήσει στον συνολικό αμυντικό προϋπολογισμό και να καλύψει τις αυξημένες δαπάνες στην περιοχή Ινδίας-Ειρηνικού ανακατευθύνοντας στρατιωτικούς πόρους από λιγότερο πιεστικά θέατρα, όπως αυτά της Ευρώπης.

Εν τω μεταξύ, καθώς η Κίνα θα γίνεται όλο και πιο εύπορη και ισχυρότερη, οι μεγαλύτεροι και στενότεροι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα είναι όλο και πιο κρίσιμης σημασίας για την Ουάσιγκτον. Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, οι ΗΠΑ σύντομα θα χρειαστούν τη συνδυασμένη βαρύτητα των συμμάχων τους για να διατηρήσουν μια γενικότερη ισορροπία δυνάμεων εναντίον ενός αντιπάλου.

Η Κίνα θα συνεχίσει να προσπαθεί να αποσπάσει χώρες από τις ΗΠΑ χρησιμοποιώντας έναν συνδυασμό οικονομικών καρότων και μαστίγιων, και για να αποτρέψει η κυβέρνηση Biden το ενδεχόμενο επιτυχίας της Κίνας, θα πρέπει να δεσμευτεί για πλήρες άνοιγμα της οικονομίας της στους μεγάλους στρατηγικούς εταίρους.

Παράλληλα, για να καθησυχάσει το εκλογικό του σώμα, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ θα πρέπει να δείξει στους Αμερικάνους πως τέτοιου είδους συμφωνίες θα οδηγήσουν τελικά σε χαμηλότερες τιμές, καλύτερους μισθούς, περισσότερες ευκαιρίες στην αμερικανική βιομηχανία και ισχυρότερη προστασία του περιβάλλοντος, και να τους καθησυχάσει πως τα κέρδη που βγήκαν από την απελευθέρωση του εμπορίου μπορούν να συμβάλλουν στην πληρωμή σημαντικών εγχώριων βελτιώσεων στην παιδεία, την υγεία και αλλού.

Η κυβέρνηση Biden θα προσπαθήσει επίσης να αποκαταστήσει την ηγεσία των ΗΠΑ σε πολυμερείς θεσμούς, όπως ο ΟΗΕ, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, αν και η «ζημιά» που έκανε η κυβέρνηση Tραμπ δεν θα διορθωθεί εν μια νυκτί. Αν δεν συμβεί αυτό, τότε οι θεσμοί του διεθνούς συστήματος θα μετατρέπονται σε κινεζικές σατραπείες, λόγω της κινεζικής χρηματοδότησης, της επιρροής και του προσωπικού που θα τους στελεχώνει

Ο  διαχειριζόμενος στρατηγικός ανταγωνισμός

Η βαθύτατα αντικρουόμενη φύση των στρατηγικών στόχων των ΗΠΑ και της Κίνας και η εξαιρετικά ανταγωνιστική φύση της σχέσης τους μπορεί να καταστήσει τη σύγκρουση, ή ακόμα και τον πόλεμο, αναπόφευκτα, έστω και αν καμία από τις δυο χώρες δεν θέλει να συμβεί αυτό.

Η Κίνα θα επιδιώξει να πετύχει παγκόσμια οικονομική κυριαρχία και περιφερειακή στρατιωτική ανωτερότητα έναντι των ΗΠΑ χωρίς να προκαλέσει άμεση σύγκρουση με την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της. Μόλις πετύχει την ανωτερότητα, η Κίνα θα αλλάξει ουσιαστικά τη συμπεριφορά της έναντι άλλων κρατών, ιδιαίτερα όταν οι πολιτικές τους έρχονται σε σύγκρουση με τον διαρκώς μεταβαλλόμενο ορισμό της Κίνας για τα βασικά εθνικά συμφέροντά της. Επιπλέον, η Κίνα έχει ήδη επιδιώξει να κάνει σταδιακά το πολυμερές σύστημα πιο εξυπηρετικό προς τα δικά της εθνικά συμφέροντα και τις αξίες.

Αλλά μια σταδιακή και ειρηνική μετάβαση σε μια διεθνή τάξη που διευκολύνει την κινεζική ηγεσία μοιάζει τώρα λιγότερο πιθανό να συμβεί απ’ ότι πριν από μερικά χρόνια. Και αυτό διότι, παρά τις εκκεντρικότητες και τα ελαττώματα της κυβέρνησης Tραμπ, η απόφασή της να κηρύξει την Κίνα ως στρατηγικό ανταγωνιστή, να βάλει επισήμως τέλος στο δόγμα της στρατηγικής εμπλοκής και να ξεκινήσει έναν εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο, κατάφερε να καταστήσει σαφές πως η Ουάσινγκτον είναι πρόθυμη να αντισταθεί σθεναρά. Και το σχέδιο της κυβέρνησης Μπάιντεν να ξαναχτίσει τα θεμελιώδη της εθνικής δύναμης των ΗΠΑ στο εσωτερικό, να ξαναχτίσει τις αμερικανικές συμμαχίες στο εξωτερικό και να απορρίψει την απλοϊκή επιστροφή σε πρότερες μορφές στρατηγικής εμπλοκής με την Κίνα, δείχνει πως ο ανταγωνισμός θα συνεχιστεί, αν και θα μετριαστεί από τη συνεργασία σε ορισμένους καθορισμένους τομείς. 

Το ερώτημα τόσο για την Ουάσιγκτον, όσο και για το Πεκίνο είναι αν μπορούν να διεξάγουν αυτόν τον υψηλού επιπέδου στρατηγικό ανταγωνισμό εντός συμφωνημένων παραμέτρων που θα μείωναν τον κίνδυνο της κρίσης, της σύγκρουσης και του πολέμου. Θεωρητικά αυτό είναι εφικτό. Στην πράξη όμως, η σχεδόν παντελής διάβρωση της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο πλευρών έχει αυξήσει ραγδαία τον βαθμό της δυσκολίας.

Για να εξασφαλίσει ευρεία στήριξη από τις ελίτ της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, οποιαδήποτε ιδέα διαχειριζόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού θα πρέπει να περιλαμβάνει την προϋπόθεση και από τις δυο πλευρές πως οι όποιοι νέοι κανόνες θα βασίζονται σε μια αμοιβαία πρακτική «εμπιστοσύνης αλλά και επιβεβαίωσης».

Η ιδέα του διαχειριζόμενου στρατηγικού ανταγωνισμού βασίζεται σε μια ρεαλιστική άποψη της παγκόσμιας τάξης και παραδέχεται πως τα κράτη θα συνεχίσουν να επιδιώκουν ασφάλεια χτίζοντας μια ισορροπία δυνάμεων προς όφελός τους, ενώ θα αναγνωρίζουν ταυτόχρονα πως πράττοντας κάτι τέτοιο πιθανότατα δημιουργούν διλήμματα ασφάλειας για άλλες χώρες, τα θεμελιώδη συμφέροντα των οποίων μπορεί να βρεθούν σε μειονεκτική θέση.

Το «κόλπο» σε αυτή την περίπτωση είναι να μειωθεί ο κίνδυνος και για τις δυο πλευρές καθώς θα εκτυλίσσεται ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, με το να καταρτιστεί από κοινού ένας περιορισμένος αριθμός κανόνων που θα ακολουθηθούν για να αποτραπεί ο πόλεμος. Οι κανόνες αυτοί θα επιτρέψουν σε κάθε πλευρά να ανταγωνίζεται σθεναρά, αλλά εάν παραβιάσει οποιαδήποτε από τις δυο πλευρές τους κανόνες, τότε ακυρώνεται η συμφωνία και επιστρέφουν όλα στις επικίνδυνες αβεβαιότητες του νόμου της ζούγκλας.

Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός τέτοιου πλαισίου θα είναι να αναγνωριστούν μερικά άμεσα βήματα που πρέπει να κάνει η κάθε πλευρά για να προχωρήσει ένας ουσιαστικός διάλογος και να προσδιοριστεί ένας περιορισμένος αριθμός αυστηρών ορίων που και οι δυο πλευρές (όπως και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ) πρέπει να σεβαστούν.

Για παράδειγμα, θα πρέπει και οι δυο πλευρές να απέχουν από κυβερνοεπιθέσεις που στοχεύουν σε κρίσιμης σημασίας υποδομές. Η Ουάσιγκτον πρέπει να επιστρέψει στην αυστηρή τήρηση της πολιτικής της «μίας Κίνας», βάζοντας τέλος στις προκλητικές και αχρείαστες επισκέψεις υψηλού επιπέδου της κυβέρνησης Tραμπ στην Ταϊπέι. Από την πλευρά του, το Πεκίνο πρέπει να μειώσει τις προκλητικές στρατιωτικές ασκήσεις, την ανάπτυξη στρατευμάτων και τους ελιγμούς στα Στενά της Ταϊβάν.

Στη Νότια Σινική Θάλασσα, το Πεκίνο πρέπει να μην διεκδικήσει ή στρατιωτικοποιήσει άλλα νησιά και πρέπει να δεσμευτεί πως θα σεβαστεί την ελευθερία πλοήγησης και κίνησης αεροσκαφών χωρίς προκλήσεις. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα μπορούσαν τότε (και μόνο τότε) να μειώσουν τον αριθμό των επιχειρήσεων που πραγματοποιούν στη θάλασσα, και η Κίνα και η Ιαπωνία θα μπορούσαν να μειώσουν την ανάπτυξης στρατευμάτων τους στην Ανατολική Σινική Θάλασσα με αμοιβαίες συμφωνίες.

Αν και οι δυο πλευρές μπορέσουν αν συμφωνήσουν σε αυτές τις προϋποθέσεις, η κάθε μια θα πρέπει να αποδεχθεί πως η άλλη θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματά της, χωρίς να παραβιάζει τα όρια. Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο θα συνέχιζαν να ανταγωνίζονται για στρατηγική και οικονομική επιρροή σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Θα επεδίωκαν αμοιβαία πρόσβαση στις αγορές τους και θα συνέχιζαν να λαμβάνουν μέτρα όταν απορρίπτεται τέτοια πρόσβαση. Θα ανταγωνίζονταν ακόμα στις αγορές ξένων επενδύσεων, στις αγορές τεχνολογίας, στις κεφαλαιαγορές και τις αγορές συναλλάγματος και πιθανότατα θα πραγματοποιούσαν και έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση υποστήριξης, με την Ουάσιγκτον να τονίζει τη σημασία της δημοκρατίας, των ανοικτών οικονομιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και το Πεκίνο να τονίζει την προσέγγισή της στον αυταρχικό καπιταλισμό και αυτού που αποκαλεί το «μοντέλο ανάπτυξης της Κίνας».

Όμως, ακόμα και εν μέσω του κλιμακούμενου ανταγωνισμού, θα υπάρχει κάποιο περιθώριο συνεργασίας σε αρκετούς κρίσιμους τομείς, όπως συνέβη και μεταξύ των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης στο αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου. Πέραν της συνεργασίας για την κλιματική αλλαγή, οι δυο χώρες θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν διμερείς διαπραγματεύσεις για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων, περιλαμβανομένης της αμοιβαίας επικύρωσης της Ολοκληρωμένης Συνθήκης για την Απαγόρευση των Πυρηνικών Δοκιμών, και να εργαστούν προς μια συμφωνία για τις αποδεκτές στρατιωτικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης.

Θα μπορούσαν να συνεργαστούν στο ζήτημα του πυρηνικού αφοπλισμού της Βόρειας Κορέας και της αποτροπής της απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν. Θα μπορούσαν να λάβουν μια σειρά μέτρα δημιουργίας εμπιστοσύνης στην περιοχή Ινδίας-Ειρηνικού, όπως η συντονισμένη αντίδραση στις καταστροφές και οι ανθρωπιστικές αποστολές. Θα μπορούσαν να συνεργαστούν για να βελτιώσουν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, συμφωνώντας να αναπρογραμματίσουν τα χρέη των αναπτυσσόμενων χωρών που επλήγησαν βαριά από την πανδημία. Και θα μπορούσαν από κοινού να χτίσουν ένα καλύτερο σύστημα για τη διανομή εμβολίων κατά της  πανδημίας Covid-19 στον αναπτυσσόμενο κόσμο.

 

Human rights activists in Hong Kong protest in support of Xinjiang’s Uighur community, December 2019
Lucy Nicholson / Reuters


Η λίστα αυτή είναι ενδεικτική. Αλλά η στρατηγική λογική όλων αυτών των στοιχείων είναι η ίδια: είναι καλύτερο και για τις δυο χώρες να λειτουργήσουν εντός ενός κοινού πλαισίου διαχειριζόμενου ανταγωνισμού παρά χωρίς κανέναν κανόνα.

Ενεργό παιχνίδι 

Ποια θα ήταν τα μέτρα επιτυχίας εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα συμφωνήσουν σε ένα τέτοιο κοινό στρατηγικό πλαίσιο; Ένα σημάδι επιτυχίας θα ήταν αν μέχρι το 2030 είχαν αποφύγει μια στρατιωτική κρίση ή σύγκρουση στα στενά της Ταϊβάν ή μια εξουθενωτική επίθεση στον κυβερνοχώρο. Μια σύμβαση που απαγορεύει διάφορες μορφές ρομποτικού πολέμου θα ήταν μια σαφής νίκη, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα που ενεργούν αμέσως μαζί, και με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, για την καταπολέμηση της επόμενης πανδημίας. Ίσως το πιο σημαντικό σημάδι επιτυχίας, ωστόσο, θα ήταν μια κατάσταση στην οποία αμφότερες οι χώρες θα συνεργάζονταν σε μια ανοιχτή και έντονη εκστρατεία για παγκόσμια υποστήριξη για τις ιδέες, τις αξίες και τις προσεγγίσεις επίλυσης προβλημάτων που προσφέρουν τα αντίστοιχα συστήματά τους – με το αποτέλεσμα ακόμη να να είσαι αποφασισμένος.

Η επιτυχία, φυσικά, έχει χιλιάδες πατέρες, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή. Αλλά το πιο εμφανές παράδειγμα μιας αποτυχημένης προσέγγισης για τον διαχειριζόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό θα ήταν η Ταϊβάν. Αν ο Xi υπολόγιζε ότι θα μπορούσε να αποκαλέσει μπλόφα της Ουάσινγκτον, μονομερώς, διαγράφοντας όποια συμφωνία είχε επιτευχθεί ιδιωτικά με την Ουάσιγκτον, ο κόσμος θα βρεθεί σε έναν κόσμο πόνου. Σε μια πρώτη κίνηση, μια τέτοια κρίση θα ξαναγράψει το μέλλον της παγκόσμιας τάξης.

Λίγες μέρες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της νέας κυβέρνησης Μπάιντεν, ο Τσεν Γιξίν, γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής Πολιτικών και Νομικών Υποθέσεων του Κ.Κ.Κ., δήλωσε ότι «η άνοδος της Ανατολής και η παρακμή της Δύσης έχει γίνει [παγκόσμια] τάση και αλλαγές στο διεθνές τοπίο είναι υπέρ μας. ” Ο Τσεν είναι στενός έμπιστος του Σι Τζινπίνγκ  και κεντρική φιγούρα του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας της Κίνας που είναι συνήθως προσεκτικός, και έτσι η ύβρΙς στη δήλωσή του είναι αξιοσημείωτη. Στην πραγματικότητα, υπάρχει πολύς δρόμος σε αυτόν τον αγώνα. Η Κίνα έχει πολλές εγχώριες ευπάθειες που σπάνια παρατηρούνται στα μέσα ενημέρωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, έχουν πάντα τις αδυναμίες τους σε πλήρη δημόσια προβολή – αλλά έχουν επανειλημμένα αποδείξει την ικανότητά τους για επανεφεύρεση και αποκατάσταση. Ο διαχειριζόμενος στρατηγικός ανταγωνισμός θα τονίσει τα δυνατά σημεία και θα δοκιμάσει τις αδυναμίες και των δύο μεγάλων δυνάμεων – και μπορεί να κερδίσει το καλύτερο σύστημα.

 

*πρόεδρος του Asia Society στη Νέα Υόρκη και πρώην πρωθυπουργός της Αυστραλίας.

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail