26/07/2021

Geopolitics & Daily News

Global news on Economy, Security, Politics and more

Σύνοδος κορυφής ΗΠΑ – Ρωσίας: γρήγορη νίκη για τον Πούτιν, καθυστερημένη ικανοποίηση για τον Μπάιντεν

David Gordon και Nigel Gould-Davies
Τhe International Institute for Strategic Studies 

Στις συνόδους κορυφής σχεδόν ποτέ δεν λαμβάνονται αποφάσεις -απλώς τις επικυρώνουν. Το έργο του να συμφωνηθούν οι αποφάσεις, γίνεται από τους αξιωματούχους εκ των προτέρων και επικοινωνούνται στα ΜΜΕ. Σπανίως μόνο φέρνουν ανεπίλυτα ζητήματα ενώπιον των ηγετών για να τα αντιμετωπίσουν πρόσωπο με πρόσωπο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις του Λονδίνου που έλαβαν χώρα στη διάρκεια της συνόδου της G8 το 2005, προκάλεσαν μια σπάνια στιγμή λήψης αποφάσεων σε Σύνοδο.

Ούτε αυτές οι προσεκτικά σχεδιασμένες εκδηλώσεις περιέχουν εκπλήξεις. Όταν γίνεται, είναι επειδή έχουν βγει εκτός σχεδίου, και είναι πάντα αμφιλεγόμενες. Υπάρχουν δύο ξεχωριστά παραδείγματα στην σχέση ΗΠΑ-Ρωσίας, ένα θετικό και ένα αρνητικό: οι συζητήσεις μεταξύ του Ρόναλντ Ρήγκαν και του Μιχάηλ Γκορμπατσόφ για την πιθανότητα ενός κόσμου χωρίς πυρηνικά στη Σύνοδο του Ρέικιαβικ το 1986, που ξεκίνησε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και η δημόσια έγκριση από τον Donald Trump στη Σύνοδο του Ελσίνκι, για τις διαβεβαιώσεις του Βλάντιμιρ Πούτιν το 2018 -σχετικά με τις αξιολογήσεις της δικής του υπηρεσίας πληροφοριών- για την εμπλοκή της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές του 2016.

Με αυτά τα πρότυπα, η σύνοδος κορυφής Μπάιντεν – Πούτιν στις 16 Ιουνίου έγινε με σκοπό να τηρηθούν τα τυπικά. Με τις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας στο χαμηλότερο σημείο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, μια μακρά ατζέντα επίμαχων θεμάτων και δύο πολύ έμπειρους ηγέτες, υπήρχαν λίγες προσδοκίες για έκπληξη ή ρήξη. Τα κύρια αποτελέσματα ήταν μέτρια. Η επιστροφή των πρεσβευτών διορθώνει μια αξιοσηείωτη κατάσταση που συμβόλιζε την κουραστική διμερή σχέση. Ένας νέος «στρατηγικός διάλογος» σημαίνει ότι οι δύο πλευρές θα μιλούν πιο συχνά. Καμία από τις δύο πλευρές δεν προέβαλε προσδοκίες εκ των προτέρων και τα αποτελέσματα δεν τα ξεπέρασαν. Πράγματι, όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να είχαν συμφωνηθεί με ένα τηλεφώνημα. Αυτοί οι λίγοι αναλυτές που περίμεναν περισσότερα από τη Σύνοδο Κορυφής το έκαναν επειδή πίστευαν ότι και οι δύο ηγέτες θα ήθελαν να αποφύγουν ένα τόσο μικρό αποτέλεσμα. Εκαναν λάθος.

Εάν οι ατζέντες και τα αποτελέσματα των εκάστοτε συναντήσεων καθορίζονται, τότε ποιες είναι οι μεταβλητές; Οι Σύνοδοι Κορυφής αφορούν κυρίως τη γλώσσα και τη χορογραφία των πολιτικών. Πρώτον, είναι μια ευκαιρία για τους ηγέτες να αλληλεπιδρούν άμεσα. Όπως σημείωσε ο Μπάιντεν, «η εξωτερική πολιτική είναι μια λογική επέκταση των προσωπικών σχέσεων». Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία όταν η σχέση είναι νέα, όπως όταν ο Τζον Κένεντι συναντήθηκε με τη Νικήτα Χρουστσόφ σε μια τεταμένη Σύνοδο Κορυφής στη Βιέννη τον Ιούνιο του 1961. Το συμπέρασμα του Χρουστσόφ ότι ο Κένεντι δεν είχε αποφασιστικότητα τον ενθάρρυνε να στείλει πυρηνικούς πυραύλους στην Κούβα. Αλλά ο Μπάιντεν και ο Πούτιν είναι βετεράνοι που γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Δεύτερον, μέσω των συνόδων κορυφής οι ηγέτες επικοινωνούν εικόνα και μηνύματα με τους δικούς τους ανθρώπους και με τον κόσμο.

Η Σύνοδος Κορυφής ήταν το αποτέλεσμα της ρωσικής πίεσης, όχι της στρατηγικής των ΗΠΑ

Τρία σημεία ξεχωρίζουν από αυτή τη Σύνοδο Κορυφής. Πρώτον, η εκτεταμένη σύνοδος με τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους διήρκησε μετά βίας μία ώρα. Από τη στιγμή που οι ΗΠΑ ανέμεναν ότι θα διαρκέσει περισσότερο, ήταν σχεδόν σίγουρο ότι οφειλόταν στη ρωσική απόφαση. Σηματοδοτεί ότι για τον Πούτιν, το πιο σημαντικό ήταν να συναντήσει τον Μπάντεν αντί να ασχοληθεί με την ευρύτερη ατζέντα των ζητημάτων που χωρίζουν τις χώρες.

Δεύτερον, η απόφαση να υπάρξουν ξεχωριστές συνεντεύξεις Τύπου για τους δύο ηγέτες -κάτι που από μόνο του αποτελεί ένδειξη χαμηλών προσδοκιών- έδωσε στον Πούτιν μια ώρα να εκθέτει μόνος του το αφήγημα του χωρίς αντίλογο, συμπεριλαμβάνοντας τον ισχυρισμό ότι οι ΗΠΑ είχαν υποστηρίξει “πραξικόπημα” στην Ουκρανία. Ότι η γυναίκα που σκοτώθηκε στη διάρκεια της εξέγερσης στις ΗΠΑ στο Καπιτώλιο είχε “δολοφονηθεί”, και ότι ο ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης Alexei Navalny συνειδητά επέλεξε να ταξιδέψει στο Βερολίνο για θεραπεία, όταν στην πραγματικότητα βρισκόταν σε κώμα μετά τη δηλητηρίαση ου με Novichok. Ενώ είναι απίθανο η “παράσταση” αυτή του Πούτιν να έδωσε οποιαδήποτε αξιοπιστία στις εξηγήσεις του, θα κάνει το έργο του Μπάντεν να υπερασπιστεί τη Σύνοδο όταν επιστρέψει στην Ουάσιγκτον, κάπως πιο δύσκολο.’

Τρίτον, είναι σημαντικό από μόνο του το γεγονός ότι η σύνοδος κορυφής πραγματοποιήθηκε. Ο Μπάιντεν το πρότεινε στον Πούτιν στην κορύφωση της συγκέντρωσης στρατιωτικών δυνάμεων της Ρωσίας στα σύνορα με την Ουκρανία τον Απρίλιο. Ήταν μια απόφαση που προκλήθηκε από τη ρωσική πίεση, παρά μέρος μιας προηγούμενης στρατηγικής, και προχώρησε παρά τις κυβερνοεπιθέσεις που ακολούθησαν, προερχόμενες από τη Ρωσία.Η κυβέρνηση Μπάιντεν δεν εξήγησε αποτελεσματικά τον σκοπό της Συνόδου κορυφής στο αμερικανικό κοινό, αλλά θα περάσει από πλήρη έλεγχο δεδομένου ότι μπήκε ως “σφήνα’ σε σειρά πιο αποτελεσματικών συνόδων κορυφής με τη G7, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.

Καθυστερημένη ικανοποίηση για τον Μπάιντεν

Ο Πούτιν έδωσε μεγάλη αξία στη Σύνοδο. Ήταν το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό από όταν ξεκίνησε η πανδημία και μια σπάνια παρέκκλιση από τα εξαιρετικά υψηλής ασφαλείας προσωπικά πρωτόκολλα και εγκαταστάσεις. Πολλά θα τον ικανοποιήσουν: ότι η διπλωματία του βοήθησε στο να προκληθεί η σύνοδος. Ότι περιόρισε τη συζήτηση για ουσιαστικά θέματα. Ότι ο Μπάιντεν -σε μια απότομη απόκλιση από τη ρητορική Ομπάμα την οποία υπηρέτησε- αναγνώρισε τη Ρωσία ως μια “μεγάλη δύναμη”. Και ότι του δόθηκε παρατεταμένος χρόνος μπροστά στα παγκόσμια ΜΜΕ, ενώπιον των οποίων κάποιες φορές έδωσε το δικό του (επιθετικό) πλαίσιο για τα σημαντικά ζητήματα. Όλα αυτά στέλνουν ένα μήνυμα στο εσωτερικό, ρωσικό κοινό (σε ελίτ και στους απλούς πολίτες). Ότι μπορεί ακόμη να εξασφαλίσει μια συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο ως ίσος, και ναα διαδραματίσει έναν ρόλο.

Σε ό,τι αφορά στον Μπάιντεν, ο οποίος επένδυσε κάποιο εγχώριο πολιτικό κεφάλαιο στη Σύνοδο, το πιο σημαντικό και συγκεκριμένο μήνυμα του στον Πούτιν ήταν ότι δεν θα ανεχθεί περαιτέρω κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές. Όπως επισήμανε αργότερα, “εάν είναι καλό ένα γλυκό, θα φανεί όταν το φας”. Το βασικό ερώτημα είναι εάν ο Πούτιν θα υπακούσει σε αυτή την προειδοποίηση και εάν όχι -όπως άλλωστε δεν το έκανε όταν ο Μπάιντεν ήταν αντιπρόεδρος- ποιες θα είναι οι συνέπειες. Για τις ΗΠΑ, η επιτυχία της Συνόδου μπορεί απλώς να κριθεί καλύτερα από το πόσο αποτελεσματική θα αποδειχθεί η αποτροπή.

 

 

David Gordon: Senior Adviser for Geo-Economics and Strategy

Nigel Gould-Davies: Editor, Strategic Survey; Senior Fellow for Russia and Eurasia

Facebooktwitterredditpinterestlinkedinmail